Σάββατο, 5 Οκτωβρίου 2013

Ο μεγάλος πατέρας και το ανδρικό πρότυπο της Χρυσής Αυγής

δημοσιεύθηκε στο http://parallhlografos.wordpress.com/

Μετά την δολοφονία του Παύλου Φυσσα από μέλος της Χρυσής Αυγής ο Νίκος Μιχαλολιακος καταφεύγει στην συνήθη του τακτική, αποποιείται των ευθυνών. «Διαψεύδω δημόσια τον ψεύτη Δένδια. Προσπαθεί να παραπλανήσει την δικαιοσύνη, δεν σέβεται τον όρκο του ως υπουργός και ως βουλευτής», ενώ αναφερόμενος στον 45χρονο που συνελήφθη για τη δολοφονία, υποστήριξε ότι «ήταν ένας περαστικός από τα 70 γραφεία της Χρυσής Αυγής. Εμείς δεν έχουμε καμία ευθύνη, ούτε πολιτική».   
   
Ο ισχυρός πατέρας όλων των κατατρεγμένων από την φτώχια και την ανεργία, από τις ματαιωμένες ελπίδες και το φονικό μίσος που φωλιάζει στις ψυχές τους αποποιείται τις ευθύνες του για ένα από τα λαμπρά τέκνα του. Τον μαχαιροβγάλτη που η Χρυσή Αυγή πλήρωνε για να καθαρίζει στα δύσκολα, όταν οι κλοτσιές, οι μπουνιές και τα λοσταρια σταματούν να έχουν αποτέλεσμα. Ο μεγάλος πατέρας δεν φέρει καμία ευθύνη αν στα 70 γραφεία που κηρύσσουν το μίσος και αποτελούν εφαλτήρια νυχτερινών περιπολίων, έρχεται που και που κανένας ψυχοπαθής μαχαιροβγάλτης. Ο μεγάλος πατέρας δεν φέρει ευθύνη αν τα παιδιά του υπακούοντας τις ρατσιστικές θεωρίες του και την διακήρυξη του μίσους που καλλιεργεί προσπάθησαν να του μοιάσουν και να τον εντυπωσιάσουν με τα ανδραγαθήματα τους. «Εγώ μαχαίρωσα έναν Πακιστανό», «εγώ ήμουν στην ομάδα που την έπεσε στα μέλη του ΚΚΕ», «εγώ έριξα μπουνιά στην Κανέλλη στο αέρα τηλεοπτικής εκπομπής», «εγώ έκλεισα την θεατρική παράσταση που προσέβαλε το έθνος και την ορθοδοξία», «εγώ απείλησα τον Δήμαρχο Αθηναίων γιατί ματαίωσε το συσσίτιο μας και μάλιστα έβγαλα και όπλο». 
   
Κάπως έτσι τα θολωμένα τέκνα του μεγάλου πατέρα προσπαθούν να κερδίσουν την εύνοια του, να έρθουν πιο κοντά του, να φτάσουν τον πρωτότοκο Ηλία Κασσιδιάρη, που η στοργική αγκαλιά και η υπακοή στον μεγάλο πατέρα έφτασε να τον μεταμορφώσει από τραμπούκο των αμφιθέατρων της γεωπονικής σε υποψήφιο για την δημαρχεία του Δήμου Αθηναίων. Από συγχυσμένο πιτσιρικά, που η εσωτερική ανασφάλεια και η αίσθηση της ασημαντότητας τον μετέτρεψαν σ ένα υποχείριο που θα θυσίαζε τα πάντα για να γίνει σημαντικός στα μάτια ενός πατέρα. Στην συνέχεια βέβαια μπορεί να φιγουράρει με αυτοπεποίθηση και φουσκωμένα μπράτσα σε παραλίες της χώρας, έχοντας χέρι χέρι γυναίκες με φουσκωμένα στήθη, εκπληρώνοντας την βαθιά του επιθυμία να συμβάλει στην άνοδο της ασημαντότητας που τόσα χρόνια τον έτρεφε. Τώρα είναι κομμάτι του σημαντικού κόσμου, ένας γυμνασμένος βουλευτής που κυκλοφορεί με όμορφες, ποθητές γυναίκες, με τον πύρινο λόγο του και  τα βιβλία με τις ρομαντικές περιγραφές για μάχες μεταξύ στρατιωτών που δεν διαπραγματεύονται την τιμή της πατρίδας, να γίνει δηλαδή ένα μοντέλο ματσισμου, ένας Ναζί Κωστόπουλος, ένας πραγματικός άνδρας! 
   
Η Χρυσή Αυγή και τα «σοβαρά» της μέλη είναι φορείς ενός πρότυπου άνδρα που εξελίσσετε σταδιακά τα τελευταία 20 χρόνια. Εκπροσωπούν μια ριζοσπαστικοποιημενη εκδοχή του ελληνικού ανδρικού μοντέλου που αυνανίζεται με τις γυαλιστερές σελίδες της ΙΜΑΚΟ, πλένετε στα μεσημεριανά προγράμματα, φιλτράρετε από τον Θεμο Αναστασιάδη και στέκετε περήφανο να καμαρώνει τα φουσκωτά του μπράτσα και τον σίγουρο λόγο ενός άνδρα που δεν φοβάται να πει τα πράγματα με το όνομα τους. Αυτό που ο Μιχαλολιακος λογω παρουσιαστικού δεν κατάφερε να κάνει, το έκανε το λαμπρό του τέκνο, ο ομορφάντρας καταδρομέας με την ακαδημαϊκή μόρφωση και την αρχαία ελληνική ομορφιά. Το «παλικάρι» της Χρυσής Αυγής μετατράπηκε σε πρότυπο lifestyle. Όλο αυτό φυσικά στηρίζεται απόλυτα από τον μεγάλο πατέρα αλλά και τις επίδοξες μητέρες με χαρακτηριστικό παράδειγμα τις γυναίκες που συγκροτούν το «μέτωπο γυναικών της Χρυσής Αυγής». Σε γνωστό ιστότοπο τους υποστηρίζουν λίγο πολύ πως η γυναίκα έχει «καθήκον να γεννά, να μεγαλώνει τα παιδιά, να μαγειρεύει, να φροντίζει την τρίτη ηλικία, να αναλαμβάνει εξ’ ολοκλήρου κι αποκλειστικά το νοικοκυριό, η γυναίκα πρέπει να είναι  πιστή και υπάκουη στον άντρα». Ηθικές των αρχών του αιώνα επανέρχονται με ορμή στην «ευρωπαϊκή Ελλάδα», αν υποθέσουμε ότι ποτέ είχαν φύγει. Το μέτωπο γυναικών της Χρυσής Αυγής μας ενημερώνει πως  «η υποτιθέμενη απελευθέρωση της γυναίκας την αποπροσανατόλισε από την πραγματική ουσία του ύψιστου ρόλου της, την μητρότητα, δηλαδή την υποχρέωση και την ύψιστη τιμή, να φέρει στον κόσμο και ν’ αναθρέψει τα νέα βλαστάρια στον κορμό της φυλής. Το πρώτιστο καθήκον που πράττει κάποιος για το Έθνος του είναι αυτό που έχει ορίσει η φύση και για τα δύο φύλα, δηλαδή η τεκνοποιία και η σωστή διαπαιδαγώγηση των τέκνων». Αυτό μάλλον είχε στο μυαλό του ο μεγάλος πατέρας και ανέθρεψε τα παιδιά του με το κουταλάκι του μίσους προς οτιδήποτε διαφορετικό, οτιδήποτε απειλεί την αιώνια σταθερότητα που υπόσχεται η πίστη στην πατρίδα και την ελληνική οικογένεια. 
   
Που πηγαίνει όμως όλος ο ανδρισμός και η τιμή των λόγων όταν τα πράγματα παίρνουν περίεργη τροπή? Όταν η συνοχή της χρυσαυγητικης οικογένειας απειλείτε από την εξωτερική παρέμβαση? Όταν μια στυγερή δολοφονία γίνεται αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης. Η αντίδραση είναι αναμενόμενη. Ο μεγάλος πατέρας ως γνήσιος τιμητής του φασισμού και υμνητής του Χιτλερικού ιδεώδους σπεύδει να πάρει αποστάσεις από τα πολεμοχαρή τέκνα που ο ίδιος εξέθρεψε και τώρα με ελαφρώς πιο πολίτικο χειρισμό από αυτόν της νύχτας των μεγάλων μαχαιριών, φροντίζει να διατηρήσει την νομιμότητα της συμμορίας του αρνούμενος κάθε σχέση με το μέλος που διαπράττει την δολοφονία. Άλλωστε δεν είναι η πρώτη φορά που το κάνει. Ο μεγάλος πατέρας έχει αποδείξει επανειλημμένα ότι μπροστά στην ανάληψη των ευθυνών του φροντίζει να παίρνει τις αποστάσεις του. Πώς να μην το κάνει άλλωστε, αφού αυτός είναι ο πυρήνας της φασιστικής του ιδεολογίας. Ο φασισμός άλλωστε αντέχει στις μεταλλάξεις και προσαρμόζετε με ευκολία στις επιταγές οποιασδήποτε εξουσίας τον ισχυροποιεί.
  
Η Χρυσή Αυγή δεν είναι τίποτε άλλο από ένα μεταμοντέρνο ναζιστικό κράμα που ανά πάσα στιγμή μπορεί να αρνηθεί την ίδια του την ιδεολογία. Η διαφορά είναι ότι πιο παλιά γινόταν για κάποιες τρύπιες νοητές ιδέες, τώρα γίνεται για τα λεφτά.  Όσο και αν φαίνεται περίεργο, η συγκεκριμένη ιδιότητα λειτούργει λυτρωτικά για τους ψηφοφόρους της καθώς δεν απαιτεί κάποια ιδιαίτερη δέσμευση παρά αφήνει αυτούς που την συμπαθούν να πάρουν ότι εγκρίνουν, δεν είναι ανάγκη να συμφωνούν με όλες τις πρακτικές της, μπορούν να κρατήσουν ότι θέλουν. Μια τέτοια ελευθερία είναι ιδιαιτέρως ελκυστική αν αναλογιστούμε τις θυσίες που επιτάσσουν οι πραγματικές ηθικές δεσμεύσεις. Τι είδους στάση είναι αυτή λοιπόν? Σε καμία περίπτωση δεν χαρακτηρίζεται από ανδρεία, από αρχαίο κάλλος, από τον όρο συναγωνιστής που χαρακτηρίζει τις προσφωνήσεις μεταξύ των μελλών στα συνέδρια της Χρυσής Αυγής. Σε καμία περίπτωση δεν θα περιμέναμε από τον Μιχαλολιακο να πιει μονάχος το κώνειο, επιλέγοντας τον θάνατο από την προδοσία της φιλοσοφίας του. Άραγε ποιους ακριβώς επαναστάτες και ακτιβιστές έχουν υπόψη τους όταν αποκαλεί ο ένας τον άλλο «συναγωνιστές», αυτούς που στην πρώτη ευκαιρία αρνούνται τα πάντα και κοιτάζουν πώς να σώσουν το τομάρι τους? Αυτός είναι ο αλτρουισμός του ιδεολόγου? Ολ αυτά βέβαια είναι ψιλά γράμματα για τους ακόλουθους τους καθώς η Χρυσή Αυγή βολεύει, ο καθένας παίρνει ότι θέλει αδιαφορώντας για τα υπόλοιπα, «μου κάνουν τα τρόφιμα που μοιράζουν, τα παίρνω, τι έγινε αν χαράζουν και καμιά σβάστικα στις πλάτες αφρικανών?» 
   
Ο μεγάλος πατέρας λοιπόν, όχι μονό δεν αναγνωρίζει τα ίδια του τα τέκνα, αλλά αποποιείται και των ευθυνών για οποιαδήποτε δράση τους. Από την άλλη, παραμένει πιστός στον πρωτότοκο Κασιδιάρη που η ξεπλυμένη και γυαλισμένη lifestyle εικόνα του ταιριάζει γάντι στο ανανεωμένο σοβαρό προφίλ της Χρυσής Αυγής. Το πρότυπο του άνδρα και μεγάλου πατέρα αρχίζει να χωλαίνει και μαζί του ο ορισμός του ματσισμου που έχει ποτίσει την ελληνική κοινωνία με την Χρυσή αυγή ν’αποτελεί την πιο ακραία του έκφραση. Το πρότυπο του Έλληνα άνδρα, του παλικαριού που υπερασπίζετε την πατρίδα φυλάσσοντας γριούλες από την εγκληματική δράση των μεταναστών λες κ είναι πρόσκοπος που υπηρετεί το κοινό κάλο, είναι το μοντέλο του σύγχρονου Έλληνα άντρα και η χρυσή αυγή αποτελεί την οικογένεια του. Ενός άνδρα σαν τον Κασσιδιάρη που ρίχνει μπουνιές σε γυναίκες στα πλατό, που απειλεί να λιντσάρει βουλευτές, να τους πλακώσει στις «φάπες», που ταυτίζεται με το μίσος μόνο όταν αυτό παραμένει στις απειλές και τα μαχαιρώματα μεταναστών, υποδεέστερων πλασμάτων, αναλώσιμων. Όταν καλείτε να υποστηρίξει και να μείνει πιστός στις αρχές του, τότε μεταλλάσετε, αποποιείται των ευθυνών, ξεχνά μονομιάς τον πολιτικό ακτιβισμό. Φυσικά και δεν μιλάμε για ανδρική ωριμότητα παρά για μια παιδική ασυδοσία, μια αίσθηση άτρωτου που υποστηρίζεται από έναν υποτιθέμενο ισχυρό πατέρα και μια μητέρα που φροντίζει να παινεύει τα θαρραλέα της παιδιά που δεν διστάζουν να τα βάλουν με το σάπιο σύστημα και τους διεφθαρμένους πολιτικούς μόνο και μόνο για να διασφαλίσουν την συμπάθεια και την αποδοχή των μελών της οικογένειας. Πρόκειται για μια νοσηρή συνθήκη που αποτελεί το δομικό υλικό της ελληνικής οικογένειας και τώρα έρχεται να δηλώσει την αυταρχική της παρουσία με ακραία βία που συνδυάζεται και από κοινοβουλευτική εκπροσώπηση. Η Χρυσή Αυγή είναι το κομμάτι της Ελληνικής οικογένειας που διατηρεί τις πόρτες κλειστές, κρύβοντας επιμελώς το τρομακτικό της πρόσωπο από τα βλέμματα τρίτων.  
  
Η ελληνική κοινωνία χαρακτηρίζεται από την οικογενειοκρατία, κάτι που αποδεικνύεται από την συμμέτοχη συγκεκριμένων οικογενειών στα πολιτικά τεκταινόμενα τα τελευταία τουλάχιστον 50 χρόνια. Η κάθε οικογένεια είναι φορέας συγκεκριμένης ηθικής η οποία μάχεται με τις υπόλοιπες οικογενειακές ηθικές για επικράτηση. Αυτή που επιβιώνει είναι η επικρατούσα, μια οικογένεια-κομμα που φροντίζει τα μέλη της. Έτσι ζούσαμε… Όταν μας βολεύει η ανήθικη δράση και λειτουργία της ίδιας μας της οικογένειας τότε μας βολεύει και η ανήθικη δράση μιας μεγαλύτερης οικογένειας που μπορεί να ονομάσουμε και κόμμα, αυτός είναι ο μηχανισμός που ξέρουμε, αυτός είναι ο μηχανισμός που εμπιστευόμαστε. Όταν ο μηχανισμός καταρρέει δεν γίνεται να καταρρεύσουμε κι εμείς, θα φτιάξουμε μια διαφορετική οικογένεια, καλύτερη από την προηγούμενη, που στην ανάγκη, αν δεν ακούγεται η επιθυμία της, φροντίζει να την επιβάλει με μαχαιριές…




Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013

Αδικώντας τον Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας


  
 Δεν έχω πολύ καιρό που διάβασα Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας, περίπου ένα χρόνο, απλά έχω κάνει αλματώδη πρόοδο και χάρη στις τιμές του Amazon ακόμα μεγαλύτερη. Νομίζω ότι η ανακάλυψη του ήρθε σαν κεραυνός εν αιθρία, όπως και στους περισσότερους άλλωστε. Έχω καταναλώσει πολλές ώρες διαβάζοντας και βλέποντας συνεντεύξεις στο YouTube και νομίζω πως έχω αρχίσει να σχηματίζω μια σχετικά ξεκάθαρη εικόνα. Καλό θα ήταν επίσης να τονίσω πως η επαφή μου με τον Γουαλας ήρθε πέρυσι στις 12 Σεπτέμβρη. Καθώς λοιπόν η «Αμερικανική Λήθη» άρχιζε να με συνεπαίρνει συνειδητοποίησα πως εδώ υπάρχει κάτι μεγάλο, οπότε σταμάτησα κι άρχισα να ψάχνω στο ιντερνετ μπας και βρω ποιος είναι τελικά αυτός ο απίστευτος τύπος, έχει γράψει άλλα βιβλία, έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά, είναι σύγχρονος, παλιός, νέος, γέρος, με τι μοιάζει, έχει δώσει συνεντεύξεις και τα σχετικά. Ομολογώ πως η εμφάνιση του είναι κάπως απογοητευτική, κάτι μεταξύ nerd και wannabe 2Pac η κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Πέρα από αυτό, έμαθα αμέσως πως αυτοκτόνησε, για την ακρίβεια κρεμάστηκε, στις 12 Σεπτέμβρη του 2008, ώρα 9.30. Την στιγμή που τα μάθαινα ολ αυτά, η ώρα ήταν 09.45, 12 Σεπτέμβριου του 2012. Θα μπορούσε να είναι μια συμπαντική συνωμοσία, η ένα σημάδι από τον θεό, θα μπορούσε…
    
Κάπως έτσι ξεκίνησε η επαφή μου με τα γραπτά του ΝΦΓ οπότε θα παρακαλούσα να μην σχηματιστεί η εντύπωση πως είμαι κάποιος αναγεννημένος χριστιανός που ξαφνικά δέχτηκε τον θεϊκό χρησμό και αποφάσισε να ορκιστεί πίστη στην προσπάθεια να λουστεί το άγιο φως, αν και υπήρξαν στιγμές που ένοιωσα κάτι ανάλογο… Το συγγραφικό μεγαλείο του ΝΦΓ είναι από αυτά τα σπάνια που σε 100 χρόνια ιστορίας εκδόσεων, επανεκδόσεων, αναδημοσιεύσεων, επαναλήψεων και αντιγραφών, ξαφνικά βγαίνει ένας και λες, «εδώ έγινε το μεγάλο μπαμ...» Τελικά αυτός ο ένας αυτοκτονεί και η χαρά κομματάκι περιορίζεται. Αρκετά όμως με την εισαγωγή, στο θέμα μας.
     
Μετά την τραγική κατάληξη του ΝΦΓ υπήρξε ένα χειμαρρώδες ξέσπασμα από άρθρα που προσπαθούσαν μέσα από την ενδελεχή έρευνα του συγγραφικού του υλικού, των σημειώσεων και των συνεντεύξεων που είχε δώσει να βρεθεί το χρυσό νήμα, η εξήγηση που έκανε ένα τόσο λαμπρό μυαλό να οδηγηθεί στην αυτοκτονία. Η αγωνιά του αναγνωστικού κοινού για απαντήσεις συμπυκνώνετε στην βιογραφία του συγγραφέα από τον D.T Max και εκδίδεται μόλις τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατο του. Δεν ξέρω αν έχει υπάρξει ανάλογο παράδειγμα στην ιστορία της λογοτεχνίας όπου μια βιογραφία εκδίδεται σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα από το θάνατο του συγγραφέα.
   Στο βιβλίο του  D.T Max «Every Love Story Is a Ghost Story», γίνονται λεπτομερείς αναφορές στις κρυφές πτυχές που δημιούργησαν το πορτρέτο του ΝΦΓ ως συγγραφέα και ως άνθρωπου χωρίς να παραλείπετε η σχέση του με τις θεραπευτικές κοινότητες και τις μυριάδες απόπειρες ευρέσεως μιας μαγικής φαρμακευτικής αγωγής που θα τον γλίτωνε από την βαριά «αρρώστια» της κατάθλιψης. Κάτι τέτοιο προβάλλεται σαν την βασική αιτία θανάτου από το μεγαλύτερο ποσοστό των άρθρων που κυκλοφορούν στον ιντερνετ και εδώ εντοπίζεται η βασική μου ένσταση. Θεωρώ την αιτιολογία της κατάθλιψης σαν κάτι παραπάνω από προσβλητική. Το βασικό κίνητρο της τέχνης του ΝΦΓ είχε να κάνει με την προσπάθεια απόδρασης από την ταμπέλα κατάθλιψη οπότε οποιαδήποτε αναφορά σε κάτι σχετικό θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ύβρη η άγνοια για το περιεχόμενο των κειμένων του. Η φράση «Fiction's about what it is to be a fucking human being» συνοψίζει την ανάγκη του ν’ αποδράσει από την ερμηνευτική καταστολή που υφίσταται κάποιος όταν υποκύπτει στον όρο κατάθλιψη. Είναι μια φράση κραυγή για την αλλαγή του ανθρώπου σε κάτι μη ανθρώπινο, μια αυτόματη μηχανή, μια βιοχημικά καλά ρυθμισμένη λειτουργία, οτιδήποτε πέρα από το ανθρώπινο, οτιδήποτε πέρα από τον λόγο και την έκφραση.
   
Λέγοντας ότι κάποιος πάσχει από κατάθλιψη εννοούμε πως ο ίδιος είναι μια κατάθλιψη, δηλαδή, είναι ένα συνονθύλευμα συμπτωμάτων που κατά DSM (Diagnostical and statistical manual of psychiatry) σημαίνει, καταθλιπτική διάθεση, έλλειψη απόλαυσης και ενδιαφέροντος για οποιαδήποτε δραστηριότητα, απώλεια η αύξηση σωματικού βάρους, υπνηλία η αϋπνία, ψυχοκινητική επιβράδυνση, συναίσθημα αναξιότητας και τέλος αυτοκτονικός ιδεασμός. Κατά την γνώμη μου, θα ήταν αδύνατο για μια φύση σαν αυτή του ΝΦΓ να περιοριστεί στον παραπάνω χαρακτηρισμό.
     Το να προσπαθήσουμε να συμπυκνώσουμε την ατομικότητα σε ορισμούς όπως η κατάθλιψη διαπράττουμε ένα βασικό σφάλμα, περιορίζουμε τον λόγο. Αν αφαιρούσαμε τον χαρακτηρισμό κατάθλιψη σαν την μαγική εξήγηση, τότε αυτόματα η δουλειά μας δυσκολεύει καθώς  θα έπρεπε ν’ αφοσιωθούμε και απλά ν’ ακούσουμε την ατομικότητα του καθενός η οποία παίρνει έκταση ανάλογη με αυτή των γλωσσικών του δυνατοτήτων. Στον ΝΦΓ κάτι τέτοιο είναι υπερδιογκωμένο φτάνοντας σε σημείο να κάνει αναφορές με την μορφή υποσημειώσεων στην ίδια του την σκέψη, σαν να έχει δυο φωνές (καμιά φορά και παραπάνω), σαν να θέλει να μας πείσει ότι το νόημα δεν σταματά ποτέ, η σκέψη δεν σταματά ποτέ αν φτάσεις τις δυνατότητες της γλώσσας στα επίπεδα που ο ίδιος είχε φτάσει. Όταν περιορίζουμε όλη του την συμπεριφορά και την τραγική του κατάληξη στο αίτιο της κατάθλιψης είναι σαν να απαξιώνουμε πλήρως αυτά που είπε και έγραψε, σαν να αγνοούμε όλες τις φανταστικές δυνατότητες που είχε να βυθίζετε σε άγνωστα πεδία του εσωτερικού κόσμου και να βγαίνει (φυσικά όχι ανέπαφος), με δικό του προσωπικό. Με λίγα λόγια, δεν ήταν η κατάθλιψη, ήταν μια προσπάθεια, μια πάλη για την ακρίβεια, ενάντια στον γλωσσικό περιορισμό που επιβάλει ο όρος κατάθλιψη και οι τυποποιημένες κατηγορίες που χρησιμοποιούμε για να περιορίσουμε την σκέψη και να οργανώσουμε την καθημερινή μας επικοινωνία. Έχω την εντύπωση ότι αν μπορούσαμε να συνοψίσουμε την φιλοσοφία του Γουαλας σε ένα σύνθημα η ένα απόφθεγμα θα ήταν, «μην αρκείσαι στην επικρατούσα κατηγοριοποίηση, στις έννοιες που επικρατούν για να περιγράφουν τα φαινόμενα, ανακάλυψε δικά σου, δημιούργησε την προσωπική σου γλώσσα».
    
Η γλώσσα άλλωστε είναι η θρησκεία του ΝΦΓ, κάτι που αναφέρεται και στην βιογραφία του, «δεν πρόκειται για μια ανακάλυψη του τροχού, αλλά για έναν εκμοντερνισμό της θέσης του Wittgenstein ότι τα όρια ενός ανθρώπου καθορίζονται από τα όρια της γλώσσας του». Ο Γουαλας εναντιώνεται σε οτιδήποτε περιορίζει την επικοινωνία, σε οτιδήποτε στραγγίζει τον άνθρωπο από την ανθρώπινη σύσταση του πετσοκόβοντας τις γλωσσικές του δυνατότητες. Η μοναδική ικανότητα που είχε αναπτύξει να μπορεί όχι μόνο να παρατηρεί με τεράστια ακρίβεια την ίδια του την σκέψη, αλλά και να την καταγράφει δημιουργώντας μυθιστορήματα όπως το «Infinite Jest» βασίζετε στην ανάγκη να επικοινωνήσει μέχρι τελευταίας λεπτομέρειας τον εσωτερικό του κόσμο αποδεικνύοντας ότι δεν είναι μόνο μια κατάθλιψη αλλά πολλά παραπάνω.
    
 Η ανάγκη της δημιουργίας μιας εντελώς προσωπικής γλώσσας για την ερμηνεία και επικοινωνία όσων νιώθεις και όσων βλέπεις μπορεί να οδηγήσει στην συγγραφή... η και στην ψυχανάλυση. Ο ΝΦΓ επέλεξε και τις δυο μεθόδους κλείνοντας σαφέστατα προς την πρώτη. Η ψυχανάλυση και η λογοτεχνία έχουν ένα κοινό σημείο, προσεγγίζουν το άτομο ως ξεχωριστή οντότητα με την δική του ιστορία και τα προσωπικά του βιώματα. Μπορεί σε μια ψυχαναλυτική συνεδρία ο όρος κατάθλιψη να είναι αποδεκτός, πρέπει όμως να υπάρχει ο απαραίτητος χρόνος και η απαραίτητη συζήτηση έτσι ώστε να ξεδιπλωθεί η ιστορία του καθενός, να γίνουν αντιληπτές οι ατομικές ιδιαιτερότητες και τα αίτια του αδιεξόδου. Μπορεί στην πρώτη συνεδρία να είναι εύκολο να δώσεις τον χαρακτηρισμό κατάθλιψη, αλλά καθώς ο καιρός περνά, η ατομικότητα ξεπερνά τον ορισμό. Η υπέρβαση της κατάθλιψης επιτυγχάνεται με την καλλιέργεια της γλώσσας, άλλωστε τι παραπάνω είναι η ψυχανάλυση από μια γλωσσική θεωρία με τις έννοιες και τους κανόνες της. Ο ΝΦΓ το γνώριζε...
    
Στο κείμενο που περιλαμβάνεται στην «Αμερικανική Λήθη» με τον τίτλο «Παλιό καλό Νέον» ο συγγραφέας παρεμβαίνει στην ψυχαναλυτική συνθήκη μέσα από τους διαλόγους με τον Δρ Γκουσταφσον. Ένα κείμενο που ξεπερνά σε ενδιαφέρον και ακρίβεια πολλές από τις σύγχρονες κλινικές αναφορές στην διαδικασία της ψυχοθεραπείας. Η περιγραφή των συνεδριών, πέρα από απολαυστική, δείχνει ξεκάθαρα την σύγκρουση δυο διαφορετικών γλωσσικών φιλοσοφιών, την ψυχαναλυτική και την προσωπική του συγγραφέα, ας την πούμε λογοτεχνική σε μια προσπάθεια να ονοματίσουμε τους «αντιπάλους». Μεταξύ ψυχαναλυτή και κεντρικού χαρακτήρα εκτυλίσσετε μια ερμηνευτική μάχη, το στοίχημα είναι ποιος θα καταφέρει να ερμηνεύσει  ποιον, ποιος θα καταφέρει να κατηγοριοποιήσει ποιον. Η λύση τελικά δεν δίνεται καθώς ο ψυχαναλυτής πεθαίνει, μια Καφκικη εφεύρεση που μετά από την περιστρεφόμενη αναζήτηση για την λύση του προβλήματος ο θάνατος προβάλει σαν τον τελικό ερμηνευτή.  Στο «Παλιό καλό Νέον» ο κεντρικός χαρακτήρας πασχίζει να ερμηνεύσει και να κατατάξει τον ψυχαναλυτή πριν το κάνει  αυτός σ εκείνον. Η θεραπευτική ουσία μιας τέτοιας σύγκρουσης έχει την αξία της καθώς βλέπουμε τον χαρακτήρα πιστό στα ραντεβού του και στα χρονικά διαγράμματα πηγαίνοντας στις συνεδρίες για πάνω από ένα χρόνο. Το πρόβλημα που παρουσιάζεται είναι πως η ψυχαναλυτική γλώσσα δεν ήταν αρκετή για να δώσει τις απαραίτητες απαντήσεις με αποτέλεσμα να τον βυθίζει όλο και πιο βαθειά σ’ έναν εσωτερικό διάλογο προσπαθώντας ν ανακαλύψει ο ίδιος τον τρόπο να εκφραστεί και να επικοινωνήσει αυτά που σκέπτεται. Το συμπέρασμα είναι πως ο λόγος δεν είναι ποτέ αρκετός για να εκφράσει την σκέψη και πως ο καθημερινός λόγος είναι τόσο περιοριστικός που βυθίζει τον χαρακτήρα σ’ ένα σκληρό καθεστώς υπαρξιακής μοναξιάς, «What goes on inside is just too fast and huge and all interconnected for words to do more than barely sketch the outlines of at most one tiny little part of it at any given instance». Αυτό το οδυνηρό συμπέρασμα οδηγεί τον ΝΦΓ στην εγκατάλειψη της ψυχαναλυτικής θεωρίας και τη φυγή προς την συγγραφή. Ο Δρ Γκουσταφσον πεθαίνει και μαζί του πεθαίνει η ελπίδα της ψυχανάλυσης ως λύση. Η απώλεια της λύσης, το αδιέξοδο και η αδυναμία εύρεσης νοήματος από μέρος τους κεντρικού χαρακτήρα εκφράζεται και αυτή με τον θάνατο, για την ακρίβεια με την αυτοκτονία, μια πιθανή μαντεψια από μέρους του συγγραφέα, ίσως και μια ενδόμυχη απειλή που βρήκε τρόπο να ομολογηθεί με λέξεις. Το τελευταίο καταφύγιο μετά την ψυχανάλυση και μια πλειάδα new age μεθόδων είναι η συγγραφή. Ο προφορικός λόγος είναι ένας περιορισμένος τρόπος για να εκφράσει τα εσωτερικά του ζητήματα, για κάποιους είναι αρκετός, γι’ άλλους δεν είναι και ίσως αυτό ν’ αποτελεί μια από τις βασικές αφετηρίες της λογοτεχνίας σ’ όλο της το φάσμα. Το τραγικό του τέλος είναι η απόδειξη ότι ούτε η λογοτεχνία και ο γραπτός λόγος μπορούσαν να τον κρατήσουν στην ζωή...
    
 Πέρα από την ανάγκη του ΝΦΓ να κάνει χρήση της γραφής ως το απόλυτο μέσο έκφρασης απορρίπτοντας τον προφορικό λόγο ως περιοριστικό υπάρχει και κάτι ακόμα πιο ενδιαφέρον στο «Παλιό καλό Νέον». Είναι η καταγραφή της «ερμηνευτικής μάχης» που αποτελεί την ακρογωνιαία λίθο της πάλης του κάθε ατόμου να μην κατηγοριοποιηθεί και ερμηνευτεί από τους φορείς εξουσίας. Με τον όρο φορείς εξουσίας εννοώ τις κοινωνικές δομές που διαθέτουν την δύναμη να ορίζουν τους κανόνες, συμπεριφωρικους και λεκτικούς. Μερικοί από αυτούς είναι η οικογένεια, το σχολείο, η εκκλησία, το κράτος, η επιστήμη και στην περίπτωση μας η ιατρική.
   
Για να γίνει πιο κατανοητό, ας ξεκινήσουμε με την αρχή ότι οποιαδήποτε μορφή κατηγοριοποίησης είναι μια μορφή εφαρμογής της εξουσίας και θα εξηγήσω τι εννοώ. Σύμφωνα με τον Βρετανό ψυχαναλυτή Ντόναλντ Γουινικοτ η κατηγοριοποίηση των αντικειμένων γύρω μας είναι μια διαδικασία που ξεκινά από την πρώιμη βρεφική ηλικία και έχει σαν βασικούς φορείς τους γονείς και το οικογενειακό περιβάλλον. Η ονομασία αντικειμένων μας βοηθά να ορίσουμε μια κοινά αποδεκτή πραγματικότητα κάτω από την οποία καλούμαστε να ζήσουμε και να δημιουργήσουμε. Το βρέφος αρχίζει να μιλά και να μαθαίνει τα ονόματα των αντικειμένων, να ξεχωρίζει το τραπέζι από την καρέκλα και άλλα καθημερινά αντικείμενα, στην αρχή μέσο της βλεματικης επαφής (νεύμα η έκφραση επιβεβαίωσης) από τους γονείς, καθώς η γλώσσα ακόμα δεν έχει δημιουργηθεί. Το απαραίτητο του γονέα, που στην ουσία είναι αυτός που κατέχει τις κατηγορίες του κόσμου είναι η μετάδοση τους στο βρέφος και η τελική του διαμόρφωση σε ενήλικο, δηλαδή σ’ ένα ων που αντιλαμβάνεται την κοινά αποδεκτή πραγματικότητα και κινείται μέσα σε αυτή. Ο ρόλος του γονέα είναι αυτός της επικύρωσης αν κάτι είναι σωστό και κάτι όχι, του χεριού που επαναφέρει από την ρευστή σύσταση των κατηγοριών που έχει προσχηματίσει το παιδί σε μια συμπαγή κοινά αποδεκτή κατηγορία μιας κοινωνικής πραγματικότητας. Ένα ανάλογο θέμα πραγματεύεται και η ταινία «Κυνόδοντας» στην προσπάθεια να εξηγήσει πως αν σ ένα απομονωμένο περιβάλλον, ένα κλειστό σύστημα χωρίς εξωτερικά ερεθίσματα (οικογενειακό περιβάλλον), οι κατηγορίες διαμορφώνονται από την θετική η αρνητική ενίσχυση αυτού που κατέχει την εξουσία και την δύναμη να επιβεβαιώσει αν τα γεννητικά όργανα λέγονται «πληκτρολόγιο» η αν το αεροπλάνο μεταμορφώνετε σε ένα πλαστικό αεροπλανάκι που πέφτει στο γρασίδι του κήπου.
    
Η κατηγοριοποίηση είναι μια απαραίτητη κατάσταση η οποία ξεκινά από νωρίς και μας συντροφεύει για πάντα, είναι μια προσπάθεια οργάνωσης και δημιουργίας ενός εξωτερικού κόσμου. Το βρέφος «κλείνει» η παγιώνει τις κατηγορίες μέσο της αρνητικής η θετικής ενίσχυσης από τον γονέα, αν ο γονιός δεχτεί ότι μια λέξη είναι η απαραίτητη για την περιγραφή ενός αντικειμένου, τότε η επανάληψη ωθεί το βρέφος  σε μια σταθερή και απαράλλακτη λεκτική δημιουργία. Ο ρόλος του γονέα σηματοδοτεί για το παιδί την πρώτη επαφή με την εξουσία που στην πορεία μετουσιώνεται και παραλαμβάνεται από φορείς όπως το σχολείο και το κράτος, φορείς δηλαδή που έχουν την δύναμη να ορίσουν αν κάτι πρέπει να γίνεται η να ονομάζεται με ένα συγκεκριμένο τρόπο.
    
Τα πράγματα βέβαια είναι σχετικά απλά με την κατηγοριοποίηση του εξωτερικού κόσμου η του κόσμου των αντικειμένων. Για την οργάνωση του εσωτερικού κόσμου κρίνεται απαραίτητη η κατηγοριοποίηση των ψυχικών διεργασιών και των συναισθημάτων έτσι ώστε να επιτυγχάνεται η επικοινωνία σε μια κοινή βάση. Όταν γεννιούνται ερωτήματα για το ποιος είμαι, η τι είναι αυτό που νιώθω τότε οι απαντήσεις έρχονται συνήθως από τους άλλους, στην προκείμενη από τους γονείς. Οι γονείς μας λένε ποιοι είμαστε η μας εξηγούν τι είναι το κάθε συναίσθημα που  νιώθουμε και προσπαθούμε να περιγράψουμε, αργότερα αποδεχόμαστε η απορρίπτουμε τους τρόπους με τους οποίους μας έχουν προσδιορίσει. Κατά την πορεία μας μπορεί να αφαιρέσουμε από τον εαυτό μας την αλλότρια ταυτότητα που οι γονείς μας έχουν εξοπλίσει και να δημιουργήσουμε με τις πράξεις και τις επιλογές μας μια προσωπική. Πέρα από αυτό, είναι κάτι παραπάνω από δεδομένο, ότι η πρώτη κοινωνική ταυτότητα στην ουσία επιβάλλεται, μαθαίνουμε να είμαστε αυτό που οι άλλοι μας επιβάλλουν.
    
Για πολλά χρόνια οι παραπάνω εσωτερικές διεργασίες ήταν αντικείμενο περιγραφής και διερεύνησης των φιλοσόφων, λογοτεχνών και ποιητών, κάτι τέτοιο αλλάζει με την εμφάνιση του Σίγκμουντ Φρόιντ και την δημιουργία της ψυχανάλυσης, η οποία έρχεται να συμπυκνώσει την φιλοσοφική γνώση κατασκευάζοντας μια σύνθετη γλώσσα για την κατηγοριοποίηση των εσωτερικών διεργασιών. Ενώ λοιπόν η κατηγοριοποίηση αντικειμένων του εξωτερικού κόσμου όπως μια καρέκλα η ένα τραπέζι είναι κάτι σχετικά εύκολο και λιγότερο αμφισβητήσιμο, η κατηγοριοποίηση ενός εσωτερικού συναισθήματος όπως η θλίψη κινείται σε μια πιο ιδιωτική σφαίρα. Η ψυχανάλυση έρχεται να δώσει λόγο και λέξεις σε εσωτερικές ψυχικές διεργασίες που μέχρι τότε δεν είχαν όνομα, η το όνομα τους εξαρτιόταν από την προσωπική εσωτερική αναζήτηση και δημιουργική δυνατότητα του καθενός. Κάτι ανάλογο κάνουν οι ποιητές, βουτούν στον εσωτερικό τους κόσμου και τον φέρνουν στην επιφάνεια με την μορφή λόγου, του δίνουν φωνή ελευθερώνοντας τον από την εσωτερική σιωπή του. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο πως ο Φρόιντ δήλωσε πως «όπου και αν με πήγαν οι θεωρίες μου, βρήκα ότι ένας ποιητής είχε ήδη πάει εκεί». Με λίγα λόγια, η ψυχανάλυση έρχεται σαν ένας μεταφορικός γονέας, σαν ένας «Μεγάλος Άλλος» για να χρησιμοποιήσουμε την Λακανική έκφραση και ονοματοδωτει, κατηγοριοποιεί και κατατάσσει τις εσωτερικές διεργασίες με μια καινούργια γλώσσα που φαίνεται να προσφέρει μια μεθοδολογία η οποία παρέχει στον καθένα μέσω της προσωπικής ανάλυσης, την δυνατότητα οργάνωσης και κατηγοριοποίησης του εσωτερικού του κόσμου. Μέχρι εδώ όλα καλά, που εντοπίζεται όμως η διαφορά μεταξύ της προ- και μετά- ψυχαναλυτικής περιόδου;
    
Μια από της πιο χαρακτηριστικές θέσεις του Μισέλ Φουκώ στην «Ιστορία της Τρέλας» είναι πως η ψυχανάλυση εμφανίζεται ιστορικά στα τέλη του 18ου αιώνα με σκοπό να φέρει στο φως την εσωτερική διεργασία, να βγάλει από το βουβό κέλυφος την εσωτερική φωνή δίνοντας της όνομα και υπόσταση. Ο Φρόιντ δημιούργησε μια διαδικασία όπου η καταπιεσμένη εσωτερική φωνή αποκτούσε λόγο μέσω της ψυχανάλυσης. Δεν υπάρχει τίποτα κακό στην συγκεκριμένη σύλληψη. Το πρόβλημα δημιουργήθηκε εξ αιτίας της ιατρικής του ιδιότητας, κάτι που περιπλέκει τα πράγματα. Η προσπάθεια του γιατρού Φρόιντ και όχι του Φρόιντ λογοτέχνη η φιλοσόφου, έρχεται να επιβάλει έναν ερμηνευτικό περιορισμό και μια κατηγοριοποίηση των εσωτερικών διεργασιών σε ομαλές και ανώμαλες, σε άρρωστες και υγιείς, συμπαγείς κατηγορίες με ιατρική υπόσταση που χρίζουν θεραπείας. Έκανε αυτό που ο Ρόναλντ Ντ. Λάινγκ  στο «Διχασμένο Εαυτό» ονομάζει ως αμυντική θεωρία, «Ο Φρόιντ βυθίστηκε σε μεγάλα βάθη φέρνοντας στην επιφάνεια το κεφάλι της μέδουσας, έπρεπε να δημιουργήσει μια αμυντική θεωρία για να μην παγώσει από το βλέμμα της».
    
Η ψυχαναλυτική μέθοδος φέρνει στο φως την ανθρώπινη υπόσταση αλλά με ένα κόστος, την μετατρέπει σε ιατρική οντότητα και την χρίζει κατάλληλη για θεραπεία.  Σε στενή συνεργασία με τον ψυχιατρικό λόγο μεταμορφώνει το υλικό που είχε αντλήσει  από την  λογοτεχνία και την φιλοσοφία σε μια γλώσσα αρκετά πιο περιεκτική από την ιατρική της εποχής,  αλλά πολύ περιοριστική ως προς την ετερογένεια και τις ατομικές απαιτήσεις του καθενός. Το οιδιπόδειο σύμπλεγμα, οι νευρώσεις και οι υστερίες ήταν οι νέες λέξεις που εισήγαγε σε μια προσπάθεια να ερμηνεύσει και να κατηγοριοποιήσει τα ψυχικά φαινόμενα.  Η επιρροή της ψυχανάλυσης στην σύγχρονη ψυχιατρική δημιουργεί μια νέα γλώσσα βασισμένη σε ιατρικούς ορους που έρχεται να ερμηνεύσει τις εσωτερικές διεργασίες ως παθολογικές η μη παθολογικές. Η ψυχιατρική υιοθετεί μια ιατρική γλώσσα περιγράφοντας την εσωτερική κατάσταση με φτωχούς, συμπτυγμένους ορους που αντλεί από την βιολογία και την νευρολογία, μιλά για συμπτώματα, για βιοχημική ανισσοροπια και ανωμαλία. Σε αυτό το ιστορικό σημείο εμφανίζεται και η κατάθλιψη, σαν μια ιατρική οντότητα με τα χαρακτηριστικά που αναφέρθηκαν στην αρχή.
    
Το ερώτημα είναι καλά ολ’ αυτά, πως όμως συνδέονται με την περίπτωση του ΝΦΓ; Κατά την γνώμη μου, ένας συγγραφέας του μεγέθους του ΝΦΓ, με την θρησκευτική του πίστη στην δύναμη των λέξεων θα ήταν αδύνατο να μην αντιτάξει στην στέρηση της έκφρασης από το συναίσθημα και το βίωμα του ανθρώπου που περιέχετε στον περιοριστικό ψυχιατρικό λόγο, κείμενα σαν το «Παλιό Καλό Νέον» η το πρώιμο «Τhe Depressed Person», μια συγκινητική περιγραφή της ζωης ενός έφηβου που παλεύει με τις εσωτερικές του ανησυχίες. Ο Καμυ θα έλεγε πως ο ΝΦΓ ενσαρκώνει έναν σύγχρονο μεταφυσικό επαναστάτη, έναν χαρακτήρα που η μοναδική του επανάσταση είναι η εσωτερική, ενάντια σε θεσμούς που παρεμβαίνουν αυταρχικά περιορίζοντας το προσωπικό του νόημα επιβάλλοντας κατηγορίες με την δύναμη των λέξεων. Η κατάθλιψη δεν σκότωσε τον ΝΦΓ και η κατάθλιψη δεν ήταν ο ΝΦΓ παρά μόνο ένα κομμάτι του που μέχρι κάποιο σημείο ήταν διαχειρίσιμο. Είναι πράγματι τραγικό να παλεύεις με μια κατηγορία, μ’ ένα χαρακτηρισμό, εκδίδοντας τόνους σπουδαίων κειμένων που φανερώνουν βαθύτατη σκέψη και μοναδική ανάλυση της σύγχρονης πραγματικότητας σε μια προσπάθεια να δείξεις τον δρόμο που ο σύγχρονος άνθρωπος οδηγείτε σε αδιέξοδα χάνοντας τον εαυτό του μέσα σε μια αφθονία από πειρασμούς και πληροφορίες. Είναι επίσης τραγικό να το πετυχαινεις και να μην αναγνωρίζεις στον εαυτό σου την επιτυχία. Τέλος, είναι ακόμα πιο τραγικό να παλεύεις μια ζωή για την έκφραση, την άρνηση της ομαδοποίησης, της κατάταξης σ’ ένα είδος, αυτό να σε σκοτώνει και μετά θάνατον, όταν η δράση πια σταματά, όλο αυτό να γκρεμίζετε περιορίζοντας την ζωή σου στον χαρακτηρισμό του καταθλιπτικού. Αυτό που αφήνει πίσω του ο ΝΦΓ είναι η δυνατότητα επιλογής μεταξύ της πλούσιας γλωσσολογικής δύναμης της λογοτεχνίας η της περιορισμένης ιατρικής ορολογίας για να αντιληφτούμε τις εσωτερικές μας αγωνίες, καλό είναι να ξέρουμε που βρίσκονται οι μύθοι και τα φαντάσματα, άλλωστε, every love story is a ghost story.


Παζάρια με το μισάωρο…

Επιτέλους κατάφερες να βρεις μια δουλειά, ξυπνάς στις 8 και γυρίζεις σπίτι στις 6, κάθε μέρα, εκτός τα σαββατοκύριακα. Είναι μια πραγματικότητα η οποία συμπυκνώνει την ζωή μερικών σύγχρονων «προνομιούχων». Κατ’ αρχήν πρέπει με κάποιο τρόπο να πηγαίνεις στη δουλειά και να γυρίζεις από την δουλειά. Αυτό που σκέφτεσαι συνήθως είναι μια διαδρομή που θα σε κάνει να φτάσεις το συντομότερο. Ακολουθείς ένα κοινότυπο δρομολόγιο που θα μπορούσες να εκτελέσεις ακόμα και τυφλός, γνωρίζοντας τι πρόκειται να δεις κ ν’αντικρίσεις σε κάθε γωνιά του δρόμου. 

Το βλέμμα σου τραβάει ένα πρεζάκι σε ημιλιπόθυμη στάση ή σε στάση που προαπαιτεί μια συγκεκριμένη σωματική κατάσταση που επιτρέπει την όρθια παραμονή σε μια μετέωρη θέση, δηλαδή στο χείλος της πτώσης, αλλά παρ’ όλα αυτά στέκεται ημιορθιος ή σκυφτός ή τελοσπάντων κάτι ακαθόριστο που έχεις μάλλον δει οπότε καταλαβαίνεις τι θέλω να πω. Πέρα από αυτό το φαινοτυπικο μόρφωμα της σωματικής ευλυγισίας που ανάλογα με τα επίπεδα κυνισμού μπορεί να ερμηνευθει ως ανάλαφρο η αστείο, υπάρχουν εικόνες που όσο κυνικά να τις αντιμετωπίσεις, όσο και να τις συνηθίσεις, το ποσοστό απέχθειας είναι σημαντικά μεγαλύτερο. Οι εικόνες εκδορών και πληγών είναι παντού. Είναι τόσες πολλές, που πραγματικά νομίζεις ότι βρίσκεσαι σε εμπόλεμη ζώνη. Με τον καιρό εξοικειώνεσαι αποκτώντας ιατρική περιέργεια μπαίνοντας στο πειρασμό να συγκρίνεις πια απ’ όλες είναι η χειρότερη, μια ξεχωριστή διαστροφή που δημιουργείται από την εξοικείωση με το καθημερινό θέαμα. Μετά από συνεχή ακούσια παρατήρηση καταλήγω στο συμπέρασμα πως τα χειρότερα τα έχει ένα τύπος στην Αιόλου απέναντι από το παλιό metropolis που τώρα έχει γίνει ένας μεγαλοπρεπέστατος φούρνος που φροντίζει να φρικάρει τους πεινασμένους άστεγους που περνούν απ έξω.

 Αυτά όλα τα βλέπεις στιγμιαία καθώς είσαι βιαστικός, γιατί είναι αδύνατο να μην είσαι βιαστικός αν αναλώνεις 8 η παραπάνω ώρες της μέρας σ’ ένα γραφείο κάνοντας αυτό που κάνεις. Το ζήτημα είναι ότι η αγωνία και η βιασύνη τελικά είναι μάταιη καθώς προκύπτουν από το παζάρεμα του μισάωρου, δεν πρόκειται σίγουρα για παραπάνω. Όσο και να βιαστείς, όσο και να τρέξεις ο εγκλωβισμός είναι δεδομένος, σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται να κερδίσεις πάνω από μισή ώρα ελεύθερου χρόνου. Εκείνη την στιγμή δεν το σκέφτεσαι καθώς το μόνο που θέλεις είναι να φτάσεις σπίτι νωρίτερα, να παρκάρεις νωρίτερα, να καταφέρεις να φας νωρίτερα έτσι ώστε να έχεις περισσότερο χρόνο να καθίσεις ήρεμος, όσο αυτό είναι δυνατό, να διαβάσεις νέα από το ιντερνετ, να διαβάσεις ένα βιβλίο, να δεις τηλεόραση, να καταφέρεις τελοσπάντων ν’ ανασυνταχτείς γιατί η επόμενη μέρα πρόκειται να είναι ανάλογη με την προηγούμενη κι εσύ κάλο είναι να’ χεις πετύχει μια υποτυπώδη ξεκούραση που θα σου δώσει δύναμη για ένα ακόμα οκτάωρο.

 Μια μεγάλη ουρά στην Αλεξάνδρας πυροδοτεί μια αναταραχή στο χρόνο και μια παρεμπόδιση των ποθητών σχεδίων προκαλώντας εκνευρισμό. Σταματάς σε κάποιο σουπερ μάρκετ, πρέπει να φροντίσεις τι θα μαγειρέψεις, η ουρά στο ταμείο είναι μεγάλη, υπάρχουν άνθρωποι που γέμισαν τα καλάθια τους ασφυκτικά, έχουν τόσα πράγματα που θα τους πάρει πάνω από μισή ώρα να τα περάσουν από τον κυλιόμενο διάδρομο, να χτυπηθούν, να τα βάλουν στις σακούλες, μετά στο καρότσι, να πληρώσουν, να πάρουν ρέστα, να βάλουν τα ψιλά στις ειδικές θήκες του πορτοφολιού με τα φερμουάρ, να πουν ευχαριστώ αν είναι αρκετά ευγενικοί και να φύγουν. Δεν μπορείς να περιμένεις, ψάχνεις ταμείο με λιγότερο κόσμο αλλά είναι όλα γεμάτα, μετράς αυτά που αγόρασες, είναι πάνω από 10, δεν μπορείς να πας στο ταμείο εξπρές, πρέπει να περιμένεις, επιλέγεις την μικρότερη συμφόρηση και τελικά καταλήγεις σε μια ταμία που είναι πολύ αργή, γύρω στα 50. Παρατηρείς τα χέρια της και βλέπεις πως το δέρμα έχει σκάσει μεταξύ αντίχειρα και δείκτη, σαν φαγωμένο από την τριβή, υποθέτεις ότι προκαλείται από τις πλαστικές σακούλες που ανοίγει κάθε μέρα. Σκεφτεσαι πόσες φορές κάνει την ίδια κίνηση και ο αριθμός είναι μεγάλος, θυμάσαι ένα ντοκιμαντέρ που είχες δει με τους εργάτες σε εργοστάσια μαζικής παραγωγής να δουλεύουν με την μέθοδο του rotation γιατί είναι αδύνατο να πραγματοποιούν την ίδια κίνηση αμέτρητες φορές με ακρίβεια μηχανής. Σκέφτεσαι ότι ίσως η δική σου δουλειά είναι πιο δημιουργική και προς στιγμή νιώθεις μια σχετική ικανοποίηση.

 Ο μπροστινός στην ουρά φαίνεται να κινείται με την ησυχία του ενώ εσύ καίγεσαι να προλάβεις το μισάωρο που πια είναι μια βασική διεκδίκηση. Σε εκνευρίζει όλο και περισσότερο καθώς υποθέτεις πως η δική σου ανάγκη προέχει όλων των άλλων αναγκών γιατί το αξίζεις και δούλευες όλη μέρα αδιαφορώντας πλήρως ότι ο μπροστινός είναι στην ανάλογη μοίρα και απλά αποφάσισε να μην αγχώνεται όσο εσύ γιατί δεν αντέχει, οπότε επιλέγει έναν άλλο τρόπο να οργανώσει το χρόνο του. Είστε ομοιοπαθείς, βράζεται στο ίδιο καζάνι, είστε και οι δυο εγκλωβισμένοι αλλά είναι πολύ πιθανό να παίξετε μπουνιές για τον απλούστατο λόγο της ατυχούς συγκυρίας... Έφτασε η ώρα σου, η ταμίας έχει το βλέμμα του υπνωτισμένου, δεν βγάζει κουβέντα παρά περνά τα πράγματα σου από το bar code reader και κάθε φορά ακούς ένα μπιπ, αμέτρητα μπιπ, και από τα άλλα ταμεία, ξαφνικά το μόνο που ακούγεται είναι ένα συνεχές μπιπ απ’ όλα τα ταμεία σαν μια χορωδία μπιπ… Σκεφτεσαι πως αυτό το μπιπ συντροφεύει την ταμία καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας και της νύχτας και νιώθεις μια συμπάθεια για το κοιμισμένο της βλέμμα. Πληρώνεις αρκετά, σου φαίνονται περισσότερα απ’ όσα είχες υπολογίσει αρχικά και εκνευρίζεσαι γιατί πάντα ξοδεύεις παραπάνω από αυτό που πρέπει.

 Για μια ακόμα φορά βρίσκεσαι ταμπουρωμένος στ’ αυτοκίνητο να καρφώνεις τα μάτια στο φανάρι και υπάρχουν στιγμές που η αγωνία σου για το πράσινο είναι τόσο μεγάλη που μπορεί κάλλιστα να δημιουργήσει την παραίσθηση ότι το κόκκινο είναι πράσινο και απλά να φύγεις αδιαφορώντας για οτιδήποτε άλλο. Όσο περιμένεις οι Πακιστανοί περνούν δίπλα σου άλλες φορές πουλώντας κάτι κ’ άλλες κρατώντας αυτά τα μεγάλα Τ που υποθέτω έχουν κυριολεκτικά ξεπουλήσει και πως η πρόταση για καθαρισμό τζαμιών σ’ ένα βενζινάδικο είναι πια μια απόλυτα ανούσια ή παρωχημένη διαδικασία. Το πρόβλημα είναι πως τώρα δεν αντέχεις ούτε τον Πακιστανό που βρίσκεται στο φανάρι ζητώντας χρήματα με το πρόσχημα να σου καθαρίσει τα τζαμιά. Ας πούμε ότι έχεις ευαισθησίες και αναγνωρίζεις την άθλια κατάσταση του και τον ρόλο του ως το απόλυτο θύμα με αποτέλεσμα να του δίνεις συνήθως χρήματα κάτι που ίσως και να τον βοηθά να επιβιώνει. Το θέμα είναι πως κάποιες μέρες έχεις πει τόσα «ναι», έχεις ανεχτεί να σου κάνουν τόσα πολλά, είναι τόσοι πολλοί αυτοί που ξεπερνούν το όριο που τους βάζεις με αποτέλεσμα να αισθάνεσαι ταπεινωμένος που ποτέ δεν κατάφερες να επιβληθείς. Ο Πακιστανός επιμένει να σου καθαρίσει τα τζάμια και αγνοεί το «όχι» σου, αγνοεί το όριο που βάζεις, είναι η σταγόνα που ξεχειλίζει το ποτήρι, είναι άλλωστε ανώδυνο να πλακώσεις στα μπινελικια ένα Πακιστανό. Ανοίγεις τους υαλοκαθαριστήρες και ρίχνεις νερό στα τζάμια, κερδίζεις τον έλεγχο απέναντι στην αυθάδεια του εισβολέα, τον βρίζεις κοιτάζοντας τον άγρια δείχνοντας ποιος είναι το αφεντικό. Σκεφτεσαι ότι ίσως παραφέρθηκες, μπορείς να καταπιείς την ενοχή και να συνεχίσεις.

 Κατάφερες να φτάσεις σπίτι σου αλλά έχεις ν’ αντιμετωπίσεις μια επιπλέον δυσκολία. Μένεις σε παλιά πολυκατοικία και οι περισσότερες δεν έχουν γκαράζ με αποτέλεσμα να χρειαστεί ίσως να θυσιάσεις το πολύτιμο μισάωρο ψάχνοντας να παρκάρεις. Μου έχει τύχει να μείνω από βενζίνη ψάχνοντας μια ώρα να βρω κάπου να στριμώξω τις λαμαρίνες μου και καθ’ όλη την διάρκεια της αναζήτησης μου περνούσε απ’ το μυαλό να το αφήσω στην μέση του δρόμου και απλά να φύγω χωρίς να μ’ ενδιαφέρει η οποιαδήποτε κατάληξη που θα μπορούσε να είναι ένας γερανός, η ένας φρικαρισμένος οδηγός φορτηγού που ιδρώνει αγριεμένος χτυπώντας την κόρνα του σαν σειρήνα ασθενοφόρου. Γυρνώντας το τετράγωνο υπάρχουν στιγμές που γκαζώνεις παραπάνω από τα νεύρα και νιώθεις πως η ανθρώπινη ζωή, που στην προκείμενη περιορίζεται στον όρο πεζός, δεν έχει καμία αξία και πως πολύ εύκολα θα ξεκλήριζες καμιά δεκαριά από δαύτους γιατί εσύ πρέπει επιτέλους να παρκάρεις ενώ αυτοί σ’ εμποδίζουν και γενικά σ’ εκνευρίζουν μόνο και μόνο που υπάρχουν σαν εμπόδια στην επίτευξη του στόχου σου. Κοκκινίζεις και βρίζεις με την ψυχή σου όταν οι ευγενέστατοι συμπολίτες αραδιάζουν εγκαταλειμμένα μηχανάκια και διαφόρων ειδών αυτοσχέδια αντικείμενα, κούτες, κουβάδες, σίδερα, διαφημιστικές ταμπέλες, καπαρώνοντας θέσεις παρκαρίσματος που δικαιωματικά θα μπορούσαν να προορίζονται για εσένα και πως θα ήθελες τόσο πολύ να τους παρασύρεις κάτω από τις ρόδες σου ακούγοντας κραυγές μετάνοιας, γιατί τελικά δεν έπρεπε να δείχνουν τέτοια αυθαιρεσία καβατζάροντας ένα ολόκληρο πεζοδρόμιο καθώς βρίσκεστε στην ίδια γειτονία και ισχύει ο νόμος όποιος προλάβει κι όχι όποιος πουστικα καπαρώνει θέσεις… 

Όλη σου η αντίδραση περιορίζεται σε μια γκαζια η ένα τρίξιμο από τα λάστιχα και στην ελπίδα ότι στην επόμενη στροφή κάποιο αυτοκίνητο θα ξεπαρκάρει αλλά είναι μάταιο γιατί αυτό που νόμιζες ότι ξεπαρκάρει τελικά παρκάρει, κάτι εμφανές, αν πρόσεχες τα αλαρμ που αναβοσβήνουν. Βλαστημάς την ατυχία σου, σε πρόλαβε άλλος και προσπαθείς να ηρεμήσεις γιατί τελικά θα σκοτώσεις κάποιον στα σίγουρα και πως είναι απλά μια θέση παρκινγκ, δεν αξίζει να χαθούν ζωές. Τελικά παρκάρεις, το στριμώχνεις κάπου καβαλώντας ένα πεζοδρόμιο. Η αγωνία και η λαχτάρα να τελειώνει όλο αυτό σε οδηγεί στην παρανομία, το επόμενο πρωί διπλωμένη κάτω από τους υαλοκαθαριστήρες βλέπεις μια κλήση 80 ευρώ και συνειδητοποιείς πως χρησιμοποιείς το αυτοκίνητο σου για να πας στην δουλειά κερδίζοντας κοντά στα 40 ευρώ και πως μ’ έναν πρόχειρο υπολογισμό η βενζίνη που έκαψες ήταν κοντά στα 5 ευρώ και η κλίση στα 80, δηλαδή 85 ευρώ σύνολο, μια κατάσταση που μόνο συμφέρουσα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί.

 Μάλλον έχει γίνει αρκετά ξεκάθαρο πως είμαι από αυτούς που γκρινιάζουν γιατί δουλεύουν χωρίς φυσικά να περιορίζω την γκρίνια μου στο γεγονός της δουλειάς αλλά να επεκτείνομαι σε ζητήματα που δημιουργούνται από την συνθήκη της δουλειάς. Μπορείς απλά να με πεις γκρινιάρη, κακομαθημένο, βολεμένο η οτιδήποτε και να τελειώνεις... Μπορείς επίσης ν’ αναρωτηθείς σχετικά με το φαινόμενο και την πηγή της γκρίνιας μου. Είναι πολύ πιθανό να διαπιστώσεις πως τελικά υπάρχουν άνθρωποι που έχουν δουλειά αλλά γκρινιάζουν γιατί δουλεύουν πολύ, πληρώνονται λίγο και γενικά οι συνθήκες δεν είναι οι καλύτερες. Από την άλλη, αυτοί που δεν έχουν δουλειά, θέλουν μια δουλειά για να μοιάσουν σε αυτούς που έχουν δουλειά έτσι ώστε να διευκολυνθεί η καθημερινότητα τους, να επιτευχτεί η επιβίωση και να ταυτιστούν επιτέλους με το κοινωνικό πρότυπο της λειτουργικότητας, της παραγωγικότητας και ούτω καθεξής. Η απόκλιση των προτιμήσεων δημιουργεί μια σύγχυση σχετικά με τις προσδοκίες και την γενικότερη ιεραρχία της ευτυχίας. Αυτό που θέλω να πω είναι πως αν αυτός που έχει δουλειά είναι δυστυχής γιατί δουλεύει και αυτός που δεν έχει δουλειά ζηλεύει τον ήδη δυστυχισμένο και πιεσμένο τότε υπάρχει ένα ουσιαστικό πρόβλημα και αυτό είναι η ίδια η συνθήκη της δουλειάς που καθορίζει απόλυτα τον βαθμό ευτυχίας. Αυτά…

Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2012

H ΚΥΒΕΡΝΟΓΡΑΦΙΑ στο 6DOGS.Βραδιά Οπτικομουσικοποιημένης Ανάγνωσης.


“ΚΥΒΕΡΝΟΓΡΑΦΙΑ”
Χρήστος Ελευθεράκος
Τετάρτη, 18/1/2012, ώρα 21.00
6DOGS
Ένας τηλεφωνικός υπάλληλος με μοναδικά ενδιαφέροντα την πορνογραφία και το cyber sex, o οξύθυμος συνεργάτης του με το παρελθόν στην επαρχιακή νυχτερινή ζωή, η στρουμπουλή τηλεφωνήτρια και ο μυστηριώδης διευθυντής που οι υπάλληλοι μονότονη εικόνα μιας σύγχρονης εταιρείας.Μια μονοτονία που διαστέλλει τον χρόνο, απογυμνώνοντας το νόημα από τις ανθρώπινες επαφές.
Η ιστορία μιας αδιέξοδης ερωτικής αναζήτησης σ’ ένα ψηφιακό μοτίβο που καταλήγει στην εξάρτηση και η μοιραία τραυματική συνειδητοποίηση της σκληρής πραγματικότητας.
Η ΚΥΒΕΡΝΟΓΡΑΦΙΑ του Χρήστου Ελευθεράκου, έχοντας ήδη ξεκινήσει το ταξίδι της στους βιβλιόφιλους, κάνει τη στάση της την Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου στο 6DOGS, για μια πιο προσωπική ανάγνωση.
Οι ηθοποιοί Νέστορας Κοψιδάς και Δανάη Σαριδάκη θα διαβάσουν αποσπάσματα του βιβλίου πλαισιωμένοι από οπτικοποιημένες στιγμές της πόλης και απόκοσμες μουσικές συνθέσεις .Ο Χρήστος Ελευθεράκος θα μοιραστεί μαζί μας τις σκέψεις που τον οδήγησαν στη συγγραφή του βιβλίου. Την ανάγνωση θα ακολουθήσει Live party soul jazz και rhythm and blues από τους The Badstripper και τον Τηλέμαχο Μούσα.

INFO
Τετάρτη 18 Ιανουαρίου, 21.00
6DOGS Αβραμιώτου 6-8
Κυβερνογραφία.Ανάγνωση

Συγγραφέας:Χρήστος Ελευθεράκος
Εκδόσεις: Άνεμος
Διαβάζουν οι ηθοποιοί: Νέστορας Κοψιδάς, Δανάη Σαριδάκη
Πρωτότυπη μουσική σύνθεση: Δημήτρης Παγίδας, Ιάκωβος Παυλόπουλος
Live: The Badstripper
Δημήτρης Παγίδας (πλήκτρα), Ιάκωβος Παυλόπουλος(κρουστά),
Έλενα Φορνάρο (τραγούδι)
Guest: Τηλέμαχος Μούσας (κιθάρα, ηλεκτρικό πριόνι)
Video: Θάνος Ελευθεράκος
Οργάνωση εκδήλωσης: Make Ends Meet Communications
Είσοδος: Ελεύθερη

«Ηθελα να μένω κολλημένος σε μια δική μου πραγματικότητα, ήθελα να ζω χωρίς συνέπειες καθώς η επαφή με αληθινούς ανθρώπους μ’είχε κάνει να πιστεύω ότι πάντα υπάρχουν συνέπειες. Άλλοι λένε ότι οι συνέπειες είναι το τίμημα και η ικανοποίηση της ζωης, δεν μ’ενδιέφερε, δεν είχα επιλέξει τους ορους του παιχνιδιού, δεν είχα ποτέ εγκρίνει τη γέννηση μου...»

Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2011

Κυκλοφορεί σε όλα τα βιβλιοπωλεία.


Ένας τηλεφωνικός υπάλληλος με μοναδικά ενδιαφέροντα την πορνογραφία και το cyber sex, ο οξύθυμος συνεργάτης του με το παρελθόν στην επαρχιακή νυχτερινή ζωή, η στρουμπουλή τηλεφωνήτρια και ο μυστηριώδης διευθυντής που οι υπάλληλοι αποκαλούν hombre invisible, είναι τα πρόσωπα που συνθέτουν τη μονότονη εικόνα μιας σύγχρονης εταιρείας. Μια μονοτονία που διαστέλλει τον χρόνο, απογυμνώνοντας το νόημα από τις ανθρώπινες επαφές.

Ο υπάλληλος στο τηλεφωνικό κέντρο παραγγελιών άλλες φορές απολαμβάνει τη ρυθμισμένη του ζωή και άλλοτε πνίγεται στην ομοιομορφία της. Η ζωή στο τσιμεντένιο δωμάτιο της Αθήνας αγγίζει τα όρια της ανοχής, ώσπου τα πράγματα παίρνουν μια αναπάντεχη τροπή. Είναι ικανός ν' αντέξει μια μεγάλη αλλαγή; Ποιος ο ρόλος του κρυφού ημερολογίου του hombre invisible; Πού οδηγεί η απόπειρα αποσύνδεσης από έναν αυταρχικό εαυτό και οι προσπάθειες των ανθρώπων να δραπετεύσουν από το αδιέξοδο των επιλογών τους; Μπορεί να οδηγήσει σε αναθεωρήσεις και ριζικές αλλαγές, ή το βασικό χαρακτηριστικό του σήμερα είναι η ματαιότητα;

Η ιστορία μιας αδιέξοδης ερωτικής αναζήτησης, σ' ένα ψηφιακό μοτίβο που καταλήγει στην εξάρτηση και η μοιραία τραυματική συνειδητοποίηση της σκληρής πραγματικότητας.

Τρίτη, 31 Μαΐου 2011

Το άγχος και οι ψυχοσωματικές του εκδηλώσεις

(Review article from Rollo May, anxiety and psychosomatic symptoms)
by De-Lira


Στην διάρκεια των χρόνων έχει παρατηρηθεί ότι οι συγκινήσεις σαν το άγχος και το φόβο έχουν διαβρωτική σημασία για την υγεία του οργανισμού. Τα ψυχοσωματικά συμπτώματα μπορούν να θεωρηθούν σαν ένας από τους τρόπους έκφρασης της συγκινησιακής ζωης, περισσότερο της ασυνείδητης, μια από της γλώσσες της, κάτι σαν τα όνειρα, τα ολισθήματα της γλώσσας και τη νευρωτική συμπεριφορά. Έχει παρατηρηθεί, αναφέρει ο Μαιη, ότι ένας αριθμός ασθενών με ψυχοσωματικές εκδηλώσεις, προέρχεται από οικογένειες με υπερπροστατευτικούς γονείς, κάτι που προδιαθέτει το παιδί στο άγχος. Ο Μαιη, παραθέτει την περίπτωση ενός γιατρού με υπερπροστατευτικούς γονείς που όταν αποφοίτησε από την ιατρική και άρχισε να δουλεύει σαν γιατρός, αναλαμβάνοντας τις επαγγελματικές του ευθύνες, εμφάνισε συμπτώματα άγχους και διάρροιας. Η διάρροια, σημειώνει ο συγγραφέας, ήταν αποτέλεσμα μιας οργανοποιημενης έκφρασης εχθρότητας στο γεγονός ότι αναγκαζόταν να γίνει ανεξάρτητος και υπεύθυνος. Ο Μαιη ενισχύει το επιχείρημα του κάνοντας αναφορά στον Saul, ο οποίος σημειώνει πως «τα κυρίαρχα γνωρίσματα των ασθματικών, είναι το υπερβολικό άγχος, η μικρή εμπιστοσύνη στον εαυτό τους και η βαθιά εξάρτηση από τους γονείς», ερμηνεύοντας το άσθμα σαν μια αντίδραση στην πατρική υπερπροστασία.

Επεκτείνοντας την σκέψη του στις περιπτώσεις υπερπροστατευτικών γονιών, αναλύει την γαστρική λειτουργία ως αποτέλεσμα του άγχους. Συγκεκριμένα, συσχετίζει την γαστρική λειτουργία με την επιθυμία για φροντίδα, υποστήριξη, και μια μορφή εξαρτημένης αγάπης, φαινόμενα τα οποία ταυτίζονται άμεσα με το τάισμα από την μητέρα. Οι ανάλογες ανάγκες, λέει ο Μαιη, «είναι καταδικασμένες σε ματαίωση, εν μέρη λόγο του υπερβολικού τους χαρακτήρα και εν μέρη γιατί στον πολιτισμό μας πρέπει να απωθηθούν κάτω από το προσωπείο κάποιου που χαρακτηρίζεται από φιλοδοξία και σκληρή εργασία».

Στην συνέχεια προχωραει αναφέροντας μια έρευνα κατά την οποία καταγράφονται οι φυσιολογικές αντιδράσεις ασθενών που ανέπτυξαν έλκος στομάχου (ψυχοσωματική εκδήλωση). Με το να προκαλούν τα πρόσωπα να συζητούν για ζητήματα που προκαλούν άγχος, όπως ο γάμος η η επαγγελματική δραστηριότητα μπόρεσαν να συσχετίσουν τις μεταβολές της γαστρικής τους λειτουργίας. Διαπιστώθηκε λοιπόν πως όταν θίγονται ζητήματα που περιλαμβάνουν συγκρούσεις και άγχος, οι ασθενείς εμφάνιζαν αυξημένη γαστρική δραστηριότητα. Σε περιπτώσεις όπου οι γιατροί καθησύχαζαν τους ασθενείς και μετρίαζαν το άγχος τους, η γαστρική λειτουργία επέστρεφε στον κανονικό της ρυθμό. Ανάλογα αποτελέσματα υπήρξαν και στην μελέτη του control group (χωρίς έλκος) όπου εμφάνισαν την ίδια λειτουργία.

Για να ισχυροποιήσει την υπόθεση του σχετικά με την συσχέτιση του σωματικού συμπτώματος με ψυχικό αίτιο, ο Μαιη, αναφέρει ένα κλινικό περιστατικό, την περίπτωση ενός άνδρα 57 ετών, του Τομ. Μετά από ένα ατύχημα που είχε ως αποτέλεσμα τον αποκλεισμό του οισοφάγου του και ύστερα από αλλεπάλληλες εγχειρήσεις ο Τομ τρεφόταν εξωτερικά από χειρουργικό σωλήνα. Λόγο της δυσάρεστης ιδιομορφίας του οι ερευνητές είχαν την δυνατότητα να παρατηρούν μέσο της οπής, τον συγχρονισμό της γαστρικής λειτουργίας με τα συναισθήματα του. Παρατήρησαν ότι σε περιόδους φόβου η γαστρική του λειτουργία μειωνόταν κατακόρυφα, το ίδιο επίσης συνέβαινε όταν ο Τομ βίωνε συναισθήματα λύπης, αποθάρρυνσης και αυτομομφης. Στην αντίθετη περίπτωση, σε περιόδους άγχους, όπως και οι ελκοπαθείς ασθενείς που αναφέρθηκαν προηγούμενος, ο Τομ παρουσίαζε αυξημένη γαστρική δραστηριότητα, εμφανίζοντας τα ίδια αποτελέσματα όταν βίωνε συναισθήματα εχθρότητας και μνησικακίας. Βάση του ιστορικού του, ο Τομ ένιωθε πολύ εξαρτημένος από την μητέρα του, αν και δεν αισθανόταν πάντα αγάπη και ζεστασιά από τη σχέση τους. Την ίδια αμφιθυμία εξέφραζε και προς τους γιατρούς που ήταν υπεύθυνοι για την παρακολούθηση του, εκδήλωνε φανερή εξάρτηση η οποία μεταμορφωνόταν σε εχθρότητα αν ματαιωνόταν. Το τελικό συμπέρασμα είναι ότι ο Τομ εμφάνιζε αυξημένη γαστρική δραστηριότητα σε καταστάσεις σύγκρουσης. Κατά τον Μαιη, αυτό μπορεί να ερμηνευτεί με δυο τρόπους, σαν σωματική έκφραση των ψυχολογικά απωθημένων αναγκών για φροντίδα (αύξηση γαστρικών υγρών, αύξηση όρεξης, πχ βουλιμία) και δεύτερον, μια μορφή επιθετικότητας προς αυτούς που αρνούνται την επιθυμούμενη άνεση και ανακούφιση.

Τα παραπάνω παραδείγματα έχουν ως σκοπό να συγχρονίσουν την ψυχολογική καταπιεσμένη ανάγκη με την σωματική εκδήλωση. Ο Μαιη χρησιμοποιεί τα παραπάνω για να εκφράσει την θεώρηση του ως προς την έννοια της σωματοποίησης σαν μια μετατόπιση της ευθύνης από τον άνθρωπο που βιώνει το πρόβλημα, στην οργανική εκδήλωση και συνάμα στην αρρώστια. Όταν ένα άτομο βιώνει μια συγκρουσιακή κατάσταση η οποία συνεχίζεται για μεγάλο χρονικό διάστημα και δεν μπορεί να λυθεί σε συνειδητό επίπεδο, τότε εμφανίζονται σωματικά συμπτώματα διαφόρων τύπων. Αυτά είναι ένα είδος γλώσσας του σώματος. Ένα παράδειγμα θα μπορούσαν να είναι τα συμπτώματα υστερικής μετατροπής, όπως η υστερική τύφλωση σε καταστάσεις τρόμου (πχ στρατιώτες σε πόλεμο, το πρόσωπο δεν αντέχει να δει), η η υστερική παράλυση του μυϊκού συστήματος. Πέρα από τις υστερικές μετατροπές, ο Μαιη αναφέρει παραδείγματα λοιμωδών ασθενειών όπως η φυματίωση για την οποία πιθανολογεί ότι ίσως να έχει να κάνει με απωθημένη αποθάρρυνση που σχετίζεται με χρόνιες καταστάσεις σύγκρουσης σε ψυχικό επίπεδο η οποίες μεταφέρονται στο σωματικό. Στην συνέχεια, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, «σε περιπτώσεις ψυχοσωματικών εκδηλώσεων, ο οργανισμός προσπαθεί να επιλύσει μια κατάσταση σύγκρουσης, μια σύγκρουση που χαρακτηρίζεται στην υποκειμενική (ψυχική) της πλευρά από άγχος και στην αντικειμενική (σωματική) από την εκδήλωση της αρρώστιας. Το σωματικό σύμπτωμα, όταν αυτό υπάρχει, είναι μια έκφραση της προσπάθειας του οργανισμού για επίλυση της σύγκρουσης».

Κρατώντας αυτό σαν αρχή του, επεκτείνει το θεωρητικό του πλαίσιο στο κοινωνικό σύνολο και στον σύγχρονο πολιτισμό. Ο Μαιη υποστηρίζει ότι οι μορφές συμπεριφοράς που είναι απωθημένες σ ένα δεδομένο πολιτισμό, είναι πιο πιθανό να αποτελέσουν λόγους ανάδυσης ψυχικών και σωματικών συμπτωμάτων. Στην βικτωριανή εποχή του Φρόιντ, η απώθηση της σεξουαλικότητας ήταν ο κύριος δείκτης δημιουργίας συμπτωμάτων. Στον Αμερικανικό πολιτισμό της δεκαετίας του 40, όπως λέει η Horney, η απώθηση της εχθρότητας ήταν πιο συχνή από την απώθηση της σεξουαλικότητας με αποτέλεσμα να συνδέετε περισσότερο με τα ψυχοσωματικά συμπτώματα. Σήμερα, είναι πολύ πιο σπάνιο να συναντήσουμε υστερικά άτομα σε ψυχοθεραπεία. Οι περισσότεροι ασθενείς υποστηρίζει ο Μαιη είναι ψυχαναγκαστικοί η καταθλιπτικοί πράγμα που σχετίζει με την υπέρ-συνειδηση της εποχής μας.

Πέρα από την υπέρ-συνείδηση ο Μαιη υποστηρίζει ότι πολλά από τα ψυχοσωματικά συμπτώματα έχουν να κάνουν σε μεγάλο βαθμό με την ανεσταλμένη επικοινωνία που χαρακτηρίζει την εποχή μας. Η άποψη αυτή στηρίζεται από έρευνες που έγιναν σε στρατιώτες στο πόλεμο όπου αυτοί που είχαν μεγαλύτερη ευχέρεια στην επικοινωνία και μιλούσαν για τα ζητήματα τους ήταν λιγότερο πιθανό να εμφανίσουν υστερικά συμπτώματα. Ο Μαιη πιστεύει ότι τα ψυχοσωματικά προβλήματα οφείλονται στην αδυναμία του ατόμου να αντέχει το ασυνείδητο άγχος, μια αδυναμία να το μετατρέπει σε συνειδητό και να το αντιμετωπίζει. Οι περισσότερες ενδείξεις δείχνουν προς την άποψη ότι τα άγχη και οι φόβοι που έχουν αποκλειστεί από την συνείδηση είναι μεγαλύτερης σημασίας καταλήγοντας ότι όσο πιο φανερό το άγχος και συχνότερη η εκδήλωση του σε νευρωτική συμπεριφορά, τόσο λιγότερο βαριά είναι η εμφάνιση ψυχοσωματικού συμπτώματος. Η νευρωτική συμπεριφορά είναι η εκδήλωση του άγχους, η αντιμετώπιση του στο επίπεδο της λειτουργίας, άρα, μπορούμε να πούμε πως οι ψυχοσωματικές εκδηλώσεις είναι βασικό προϊόν ανεσταλμένης επικοινωνίας. Η άποψη του Μαιη ταυτίζεται με αυτή του Φρόιντ που υποστηρίζει πως «το σύμπτωμα είναι δεσμευμένο άγχος», δηλαδή άγχος που έχει συγκροτημένη μορφή, έχει αποκρυσταλοποιηθει σε έλκος, ταχυπαλμία η άλλο σύμπτωμα.

Σε επίπεδο θεραπείας τώρα, ο Μαιη τονίζει πως θα ήταν επικίνδυνο να θεραπευτούν τα σωματικά συμπτώματα άγχους των ασθενών πριν διευκρινιστεί η αιτία και ο λόγος του άγχους. Η ύπαρξη του σωματικού συμπτώματος δείχνει την αδυναμία του ατόμου να χειριστεί το ίδιο του το άγχος αποτελώντας μια άμυνα σε περεταίρω αγχώδεις καταστάσεις. Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον το ότι όταν εμφανίζεται το οργανικό σύμπτωμα, το άγχος σταδιακά υποχωρεί και όταν κάποια οργανικά συμπτώματα του έλκους για παράδειγμα, θεραπεύονται, τότε το άγχος επανέρχεται. Ο Μαιη υποστηρίζει ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει καθώς το άτομο με την απαλλαγή από το σωματικό σύμπτωμα και την επανάκτηση της υγείας του, είναι πια έτοιμο να αναλάβει τις ευθύνες του και να επιστρέψει στην ζωή που έκανε πριν. Με λίγα λόγια, η σωματική ασθένεια των ανακούφιζε από τις επαγγελματικές, οικογενειακές και οποιεσδήποτε άλλες ευθύνες, προσφέροντας προστασία.

Ολοκληρώνοντας το άρθρο ο Μαιη διαχωρίζει τη θέση του από την υπόθεση του Φρόιντ σχετικά με το άγχος και την σωματοποίηση, δηλαδή την θεωρία της λίμπιντο. Η Φροϋδική θεωρία του άγχους υποστηρίζει ότι το σωματικό σύμπτωμα είναι αποτέλεσμα συγκρατημένης λίμπιντο. Αν η λίμπιντο δεν μπορεί να εκφορτιστεί φυσιολογικά, παίρνει την μορφή άγχους και στην συνέχεια μορφοποιείτε σε σωματική εκδήλωση. Η άποψη του Μαιη είναι ότι το άγχος δεν δημιουργείτε από την αναστολή των σεξουαλικών ορμών αλλά είναι προϊόν σύγκρουσης καθώς το άτομο βρίσκεται σε μια απειλητική κατάσταση που δεν μπορεί να χειριστεί. Τονίζει επίσης ότι η σύγκρουση μπορεί να προκύπτει από την παρουσία της λίμπιντο (σεξουαλικές ορμές), αλλά το ουσιαστικό θέμα είναι η σύγκρουση και όχι το σεξ. Ουσιαστικά, προσαρμόζει την θεωρία του Φρόιντ για το άγχος στην κατάσταση του σημερινού πολιτισμού όπου οι συγκρούσεις είναι διαφορετικές από αυτές που αντιμετώπιζε ο Φρόιντ στην εποχή του.

Τετάρτη, 16 Φεβρουαρίου 2011

Ψυχανάλυση, όνειρα και μεταφορά


by De-Lira

Η ψυχανάλυση γεννήθηκε όταν ο Φρόιντ εγκατέλειψε την μεθοδολογία της νευρολογίας για μια νέα προσέγγιση στις νοητικές επιστήμες. Μέσα από την συνεργασία με τον Γιόζεφ Μπροιερ κατέληξε σε μια μέθοδο που του επέτρεπε να συνδέσει τα συμπτώματα των ασθενών με γεγονότα του παρελθόντος που είχαν ήδη ξεχαστεί η κρυφτεί. Η βασική θεραπευτική προσέγγιση βασιζόταν στο γεγονός πως αν αυτά τα παρελθοντικά γεγονότα έφταναν στην μνήμη του ασθενούς σε συνειδητό επίπεδο τα συμπτώματα θα εξαφανίζονταν.

Η θεραπεία των συμπτωμάτων επιτυγχανόταν με την μέθοδο των ελεύθερων συνειρμών αλλά και την ανάλυση των ονείρων που αποτέλεσε την βάση για την διαμόρφωση της ψυχαναλυτικής θεωρίας. Ο Φρόιντ παρατήρησε ότι τα όνειρα συνδέονταν με παλαιότερες εμπειρίες με τον ίδιο τρόπο που συνδέονταν και τα συμπτώματα των ασθενών. Το αποτέλεσμα αυτής της παρατήρησης συνοψίζεται στην ερμηνεία των ονείρων που εκδόθηκε το 1900 και για πολλούς λόγους αποτέλεσε την αφετηρία της ψυχανάλυσης σαν θεραπευτική και φιλοσοφική προσέγγιση.

Η έννοια της σημασίας των ονείρων αποτελεί γεγονός που εξελίχθητε από τον Φρόιντ αλλά στην ουσία ήταν μια θεματολογία που απασχολούσε τους φιλόσοφους πριν από αυτόν. Στα μέσα του 19ου αιώνα ο Biran συνδέει τα όνειρα με την έννοια του ασυνειδήτου, συγκεκριμένα εισάγει την θεωρία της συνείδησης και της απώθησης συνδέοντας την απώθηση με το φαινόμενο του ύπνου και των ονείρων. Ο Biran πίστευε ότι τα όνειρα εμφανίζονται στον ύπνο όπου υπάρχει απώλεια συνείδησης και αφανισμός του εγώ, κάτι που θυμίζει αρκετά την φροϋδική προσέγγιση.

Η ανάλυση των  ονείρων
Η ερμηνεία των ονείρων βασίζεται σε μια απλή ιδέα που μπορεί να διευρυνθεί σε πολλές εκδηλώσεις της καθημερινής ζωης. Για τον Φρόιντ τα όνειρα αποτελούσαν καταπιεσμένες επιθυμίες, ο ρόλος τους ήταν η παρέμβαση μεταξύ αυτού που ονειρεύεται και της επιθυμίας του, έχοντας σαν βασικό στόχο την εκπλήρωση της επιθυμίας (wish fulfilment). Για να το αντιληφθούμε καλύτερα πρέπει να καταλάβουμε τον ρόλο της δράσης που υποκινείτε από την επιθυμία. Αν υποθέσουμε ότι η επιτυχία της ικανοποίησης μιας επιθυμίας όπως η δίψα είναι «να πιω νερό» τότε αυτόματα  η δράση θα είναι «πίνω νερό» έτσι ώστε η επιθυμία να ικανοποιείτε και το άτομο βιώνει την εμπειρία ότι «έχει νερό», όταν η επιθυμία ικανοποιείτε η δράση σταματά.   

Μπορούμε λοιπόν να καταλήξουμε ότι η επιθυμία ρυθμίζεται από την δράση η από τα πιστεύω, δηλαδή μια μορφή αναπαράστασης της κατάστασης όπου η επιθυμία ικανοποιείται.
Η εργασία του Φρόιντ μας δείχνει ότι τα όνειρα και τα συμπτώματα στην ουσία αποτελούν μορφές αναπαράστασης μιας κατάστασης που έχει ως βασικό στόχο την ρύθμιση της επιθυμίας υπό το καθεστώς απώλειας μιας κατάστασης που ικανοποιεί την πραγματική επιθυμία. Αν δεχτούμε κάτι τέτοιο, το παράδειγμα με την δίψα μετατρέπεται ως εξής, κάποιος που κοιμάται και διψά, ονειρεύεται ότι πίνει νερό, άρα η πραγματική επιθυμία «θέλω να πιω νερό» ικανοποιείτε από την ονειρική εμπειρία «πίνω νερό» χωρίς όμως πραγματική πρόσβαση στο νερό. Το αποτέλεσμα του ονείρου φαίνεται να έχει καταπραϋντική δράση για την δίψα. Η αδυναμία του ονείρου να ικανοποιήσει την πραγματική δίψα καταλήγει στο ξύπνημα του ονειρευομενου.
  
Η βασική ερώτηση που προκύπτει από το παραπάνω είναι κατά πόσο το όνειρο, δηλαδή η φαντασιακή ικανοποίηση της επιθυμίας μετατρέπεται σε πραγματική ικανοποίηση. Η συνεισφορά της ψυχανάλυσης είναι η συνειδητοποίηση του νοήματος του ονείρου και η συνειδητοτητα του εγώ για την πραγματική επιθυμία. Η ονειρική αναπαράσταση της δράσης πίνω νερό παρουσιάζει μια πραγματική επιθυμία η οποία δεν ικανοποιείτε παρά μόνο στο φαντασιακό κομμάτι.

Στην ανάλυση των ονείρων της ένεσης της Ιρμα (Irmas injection) ο Φρόιντ παρέχει οδηγίες για το πώς είναι χρήσιμο να γίνεται η ανάλυση των ονείρων. Ξεκινά επικεντρώνοντας τις παρατηρήσεις του στις εσωτερικές διεργασίες του θεραπευομενου γύρο από το όνειρο αποφεύγοντας παρεμβάσεις που μπορούν να τον αποτρέψουν από τους ελεύθερους συνειρμούς. Στην συνέχεια επικεντρώνετε στις ημέρες πριν την ανάλυση του ονείρου προσπαθώντας να συνδέσει το ονειρικό περιεχόμενο με την ζωή του θεραπευομενου. Τελειώνοντας, γίνεται μια περίληψη του ονείρου που επιτρέπει στον θεραπευομενο να εντοπίσει το κοινό έδαφος του ονείρου με την πραγματική δράση.

Η μεθοδολογία του Φρόιντ προκύπτει από την προσωπική ανάλυση του ονείρου της ένεσης της Ιρμα. Στο συγκεκριμένο όνειρο η ασθενής του  Ιρμα υποφέρει από μια τοξική ένεση που της έχει κάνει ο  Otto, συνεργάτης του Φρόιντ. Κατόπιν ανάλυσης ο Φρόιντ συνειδητοποιεί ότι η δραστηριότητα του ονείρου είναι η ικανοποίηση της επιθυμίας του Φρόιντ να μην είναι υπεύθυνος για την οδύνη της Ιρμας που προκύπτει από τα συμπτώματα της. Προχωρώντας στην ανάλυση ο Φρόιντ εντοπίζει ένα βαθύτερο νόημα που είναι η ευθύνη του για τον θάνατο ενός ασθενούς μετά την χορήγηση ενός τοξικού φαρμάκου χρόνια πριν αλλά και τον θάνατο ενός φίλο του μετά από χορήγηση ισχυρής δόσης κοκαΐνης. Η ανάλυση του ονείρου έχει ως αποτέλεσμα την ικανοποίηση της ανησυχίας για την οδύνη της Ιρμα σε συνδυασμό με την ικανοποίηση τραυματικών εμπειριών του παρελθόντος.

Βλέπουμε λοιπόν ότι η λειτουργία του ονείρου ακολουθει την μεθοδολογία της μεταφοράς. Ένα πραγματικό τραυματικό γεγονός μεταφέρεται με διαφορετική μορφή στο όνειρο. Η ανάλυση του στοχεύει στην σύνδεση με την πραγματική επιθυμία και την επίλυση της.

Ψυχανάλυση και μεταφορά
Επικρατεί λοιπόν η άποψη ότι το βασικό εργαλείο της ψυχαναλυτικής θεραπείας είναι η ανάλυση της μεταφοράς σαν ένα από τα βασικότερα συστατικά που υποκινεί την ανθρώπινη δραστηριότητα. Ο γλωσσολόγος Lakoff τονίζει ότι «οι συμβολισμοί των ονείρων όπως προσεγγίζονται από την ψυχανάλυση κάνουν χρήση των μεταφορικών συστημάτων που χρησιμοποιούμε στην καθημερινή ζωή». Το υποσυνείδητο μεταφορικό σύστημα που δημιουργεί τα όνειρα είναι παρόν στην καθημερινή ζωή συνδέοντας τα κρυμμένα μηνύματα και τις εικόνες με τρόπο που μπορούμε να κατανοήσουμε.

Ο ρόλος του αναλυτή στην ψυχανάλυση είναι να μετατρέψει σε συνειδητό το περιεχόμενο του αναλυόμενου που είναι ως επί το πλείστον άγνωστο. Η επικοινωνία μεταξύ των δυο επιτυγχάνεται με την χρήση της μεταφοράς επιτρέποντας στον αναλυόμενο να ξανακερδίσει πρόσβαση στο μεταφορικό του σύστημα.

 Το νόημα της χρήσης της μεταφοράς βασίζεται στην αδυναμία της γλώσσας να εκφράσει τους αυθαίρετους συνειρμούς και σκέψεις. Στην ψυχαναλυτική διαδικασία επιτυγχάνεται η ερμηνεία του μεταφορικού συστήματος του αναλυόμενου μέσο των ελεύθερων συνειρμών και της ανάλυσης των ονείρων προσφέροντας σύνδεση της μεταφοράς με την πραγματική ζωή.

Ο Holmes προτείνει ότι το βασικό εργαλείο της ψυχαναλυτικής θεραπείας, η μεταβίβαση και η μεταφορά είναι το ίδιο πράγμα. Η λέξη μεταφορά που μεταφράζεται στην μετακίνηση μιας έννοιας η ενός πράγματος από ένα σημείο σε ένα άλλο έχει σαν σκοπό την σύνδεση της φαντασίας με την πραγματικότητα, του εσωτερικού με το εξωτερικό. Με τον ίδιο τρόπο η μεταβίβαση, χρησιμοποιώντας το μεταφορικό σύστημα συνδέει τα συναισθήματα και τις εμπειρίες της παιδικής ηλικίας  με το πρόσωπο του ψυχαναλυτή μέσο της προβολής.

Μεταφορά και ψυχοπαθολογία
Η ψυχαναλυτική γλώσσα είναι κατά κύριο λόγο μια μεταφορική γλώσσα και οι κύριες εκδηλώσεις της είναι μέσο της ανάλυσης των ονείρων. Η ανάλυση της μεταφοράς δίνει την δυνατότητα στην ψυχανάλυση να αποκωδικοποιήσει πολλές από τις γνωστές ψυχοπαθολογιες. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο ότι ο Carl Jung ορίζει την τρέλα σαν ένα όνειρο που έχει αντικαταστήσει την συνειδητοτητα, μια κατάσταση όπου οι μεταφορές εκλαμβάνονται ως κυριολεξίες. Ο Mojtabai αναφέρει ότι μέσω της ψυχανάλυσης διαπιστώνουμε ότι οι ψευδαισθήσεις και τα όνειρα έχουν ένα κοινό σημείο, είναι και τα δυο μια μορφή λανθασμένου πιστεύω. Στην ίδια γραμμή ο Davidson υποστηρίζει ότι «μόνο όταν μια φράση εκλαμβάνεται ως λάθος την αντιλαμβανόμαστε ως μεταφορά και στην συνέχεια ψάχνουμε να εντοπίσουμε την κρυμμένη της υπόδειξη». Στα όνειρα, το περιεχόμενου του ονείρου εκλαμβάνεται ως ψευδές εντοπίζοντας το μεταφορικό του περιεχόμενο και στην συνέχεια προχωραμε στο κυριολεκτικό πραγματικό του μήνυμα. Στην περίπτωση μιας σοβαρής ψυχοπαθολογίας, όπως μια παραίσθηση, ο διαχωρισμός μεταξύ του μεταφορικού και του κυριολεκτικού μηνύματος δεν υφίσταται καταλήγοντας στην εκκεντρικότητα της συμπεριφοράς που χαρακτηρίζει ανάλογες καταστάσεις.

Ο Segal περιγράφει το περιστατικό ενός βιολιστή που κατόπιν εκδήλωσης ενός σχιζοφρενικού επεισοδίου αρνούνταν κατηγορηματικά να ξαναπαίξει βιολί. Όταν ρωτήθηκε το λόγο απάντησε «Περιμένεις να αυνανιστώ δημοσίως;».  Αυτό μπορεί να ερμηνευθει σαν η σημασία του παιξίματος βιολιού να βιώνεται βάση μιας μεταφορικής σύνδεσης με δραστηριότητες που αφορούν κατά κύριο λόγο το σώμα. Κατά κάποιο τρόπο δηλαδή η δυνατότητα μεταφορικών συνδέσεων είχε παψει να υφίσταται.

Ένα άλλο παράδειγμα από τον ίδιο κλινικό είναι αυτό ενός 10 χρόνου αυτιστικού κοριτσιού που παρουσίασε κρίσεις πανικού όταν μια νοσοκόμα κατά την διάρκεια μιας αιμοληψίας της απευθύνθηκε λέγοντας «δώσε μου το χέρι σου, δεν θα πονέσει..». Ο έντονος φόβος της αποδόθηκε στο γεγονός ότι νόμιζε πως της ζήτησε το ίδιο της το χέρι με αποτέλεσμα να ηρεμίσει όταν της ζητήθηκε να τεντώσει απλά το χέρι της. Σε περιπτώσεις αρνητικών συμπτωμάτων σχιζοφρένειας όπου η αυτιστική σκέψη είναι ένα από τα βασικά συμπτώματα ζητήθηκε από έναν ασθενή ενώ καθόταν στο τραπέζι «μπορείς να μου δώσεις το αλάτι;», αυτός απάντησε πως «μπορεί» χωρίς να κάνει κάποια κίνηση να το δώσει. Κάτι τέτοιο ερμηνεύετε σαν μια κατάρρευση της μεταφορικής συνοχής.

Τελευταίο παράδειγμα έρχεται από το Μπόιλερ, τον νονό της σχιζοφρένειας και αυτόν που στην ουσία μετονόμασε την Κρεπελιανη dementia praecox σε σχιζοφρένεια. Στο βιβλίο του dementia praecox or the group of schizophrenics αναφέρει το παράδειγμα μιας ασθενής που στην αρχή της θεραπείας ισχυριζόταν πως είναι η Ελβετία, στην συνέχεια άλλαξε και ισχυρίζονταν πως είναι η ελευθερία. Ο Μπλοιλερ καταλήγει στο συμπέρασμα της σημασιολογικής αντικατάστασης της έννοιας της ελευθερίας με την Ελβετία ως χώρα επιδεικνύοντας μια χαρακτηρολογικη σύγχυση της μεταφοράς.
   

Η ανάλυση της μεταφοράς στις επιστήμες
Η ανάλυση της μεταφοράς από την ψυχανάλυση πέρα από την θεραπεία νευρωτικών συμπτωμάτων αλλά και την βαθύτερη ανάλυση της συμπεριφοράς που εκδηλώνουν άτομα με σοβαρότερες ψυχοπαθολογιες  αποδεικνύεται αρκετά αποκαλυπτική στον τρόπο με τον οποίο δημιουργούνται τα θεωρητικά μοντέλα των επιστήμων.

Συγκεκριμένα, ο Gentner αναφέρει ότι ο βασικός ρόλος της μεταφοράς είναι «η ακριβής πρόβλεψη σε έναν άγνωστο χώρο βασιζόμενη στις γνωστές προβλέψεις ενός γνωστού χώρου». Στο ίδιο μήκος κύματος ο Mojtabai ερμηνεύει την μεταφορά σαν την μετακίνηση μιας έννοιας από έναν γνωστό χώρο σε έναν άγνωστο. Υποστηρίζει ότι η χρήση της μεταφοράς είναι παρόν στον τρόπο με τον οποίο η επιστήμη αλλά και η ψυχολογία ορίζει και κατηγοριοποιεί τις διαταραχές. Φράσεις όπως «εκρήξεις θυμού» και «επιθέσεις άγχους» είναι μεταφορές από έναν γνωστό εξωτερικό χώρο σε έναν εσωτερικό άγνωστο.
Πολλές φορές περιγράφουμε τα συναισθήματα μας σαν υγρά, σκεφτομαστε τον θυμό σαν ένα νερό που βράζει, οπότε το άτομο που βράζει πρέπει να ηρεμίσει, να «σταματήσει να βράζει». Άλλες φορές ο φόβος παρουσιάζεται ως πάγωμα, σαν ένα υγρό που παγώνει, η πηγή του τρόμου προκαλεί πάγωμα των αντιδράσεων με αποτέλεσμα το άτομο να μένει ακίνητο, αδυνατώντας να ενεργήσει, «παγωμένο».

Πέρα από τις παρομοιώσεις υγρών η σκέψη και ο εγκέφαλος παρουσιάζονται σαν ένα σπίτι, αυτό φαίνεται όταν σε κάποιον που διαρκώς ξεχνά πράγματα χτυπάμε το μέτωπο σαν να χτυπάμε μια πόρτα ρωτώντας αν είναι κάποιος μέσα.. Συχνά αναφερόμαστε στην νόηση σαν «το σπίτι του ορθολογισμού», «τα μάτια είναι το παράθυρο της ψυχής», «οι αισθήσεις είναι οι πόρτες της αντίληψης». Ο εντοπισμός της μεταφορικής διαδικασίας δεν είναι εύκολος να παρατηρηθεί καθώς έχει περάσει στην καθομιλουμένη καθαρά λόγο χρόνιας χρήσης και συνήθειας.

Υποστηρίζοντας τα παραπάνω ο Hopkins αναφέρει ότι ένα από τα βασικά συστατικά της ανθρώπινης συμπεριφοράς είναι ότι σε αντίθεση με τα ζώα ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να αναλύσει την σκέψη του αλλά και την σκέψη των άλλων.  Αντιλαμβανόμαστε την συμπεριφορά μας σαν αποτέλεσμα του νευρικού μας συστήματος με την βασική διαφορά ότι δεν έχουμε καμία οπτική επαφή με τον τρόπο τον οποίο γίνεται με αποτέλεσμα να δημιουργείτε αυτόματα η ανάγκη να αναπτύξουμε αναπαραστάσεις τις συμπεριφορές μας στα τυφλά. Ένα παράδειγμα θα μπορούσε να είναι ο πονόδοντος. Η περιοχή του πόνου είναι ορατή από τους άλλους, αλλά η εμπειρία του πόνου είναι μια καθαρά εσωτερική διαδικασία με ιδιωτικά χαρακτηριστικά. Ο πόνος είναι μια εμπειρία που κανείς δεν μπορεί να νιώσει με τον ίδιο τρόπο και αυτό γιατί η εσωτερική του σύσταση δεν μπορεί να βιωθεί όμοια από τον άλλο. Ο Hopkins υποστηρίζει ότι «Η αντικειμενικότητα των αντικειμένων όπως για παράδειγμα ένα τραπέζι, φαίνεται να υπάρχει σε έναν εξωτερικό δημόσιο χώρο με αποτέλεσμα να παρατηρείται από πολλά άτομα. Αυτός είναι ο χώρος που βιώνουμε ότι κατέχουμε αν σκεφτούμε τον εαυτό μας εξωτερικά. Η εσωτερική εμπειρία του τραπεζιού όμως είναι απόλυτα διαφορετική καθώς κατά κάποιο τρόπο το αποκοβουμε από τον δημόσιο χώρο προβάλλοντας το σ έναν ιδιωτικό μοναδικό».

Αν συλλογιστούμε τα παραπάνω μπορούμε να καταλάβουμε τον λόγο που χρησιμοποιούμε εκφράσεις όπως «εκρήξεις θυμού», η παρομοιώσεις των συναισθημάτων σαν υγρά μέσα σε δοχεία. Ένα κοινό παράδειγμα θα μπορούσε να είναι ο τρόπος με τον οποίο αναπαριστούμε την δομή του ατόμου σήμερα, σαν μια σφαίρα που γύρο της περιστρέφονται άλλες μικρότερες, τα νετρόνια και τα πρωτόνια. Μια ανάλογη μεταφορά θα ήταν αδύνατη σε μια παλαιότερη κοινωνία, το παράδειγμα της εικόνας του ατόμου ως σφαίρα πρόεκυψε από την στιγμή που αποκτήσαμε οπτική επαφή με το σύμπαν και τους πλανήτες δορυφόρους σαν σφαίρες που περιστρέφονται γύρο από άλλες σφαίρες. Βλέπουμε λοιπόν ότι χρησιμοποιούμε την μεταφορά για να αναπαραστήσουμε κάτι εσωτερικό, που δεν έχουμε οπτική επαφή. Η μεταφορά στην επιστήμη χρησιμεύει για την αναπαράσταση ενός εσωτερικού αόρατου σ ένα εξωτερικό ορατό.

Μια έρευνα από τους Gentner & Grudin το 1985 ανέλυσε την ιστορία της μεταφοράς στον τομέα της ψυχολογίας. Συγκεκριμένα εντόπισαν τις μεταφορές που χρησιμοποιούνταν σε μια πλειάδα δημοσιεύσεων από το 1894 έως το 1975 εντοπίζοντας σημαντικές αλλαγές στους τομείς των μεταφορικών αναπαραστάσεων. Κατέγραψαν την αφετηρία των θεωριών σαν μεταφορικά σχήματα που αντλούνται από την φύση, στην συνέχεια άλλαξαν σε μεταφορές σχετικά με τον χώρο και τέλος σε μεταφορές που είχαν σαν παράδειγμα τον τρόπο λειτουργιάς των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Κάτι τέτοιο είναι εμφανές αν αναλύσουμε τα βασικά κινήματα στον χώρο της ψυχολογίας. Ξεκινάμε με το θρησκευτικό μεσαιωνικό σύστημα όπου ερμήνευε την ανθρώπινη συμπεριφορά σαν υποχείριο δαιμονικών και αγγελικών δυνάμεων. Υπάρχει το συμπεριφοριστικό σύστημα μεταφοράς που βλέπει τον ανθρώπινο ψυχισμό σαν ένα σύνολο νευρώνων που με την κατάλληλη επιβράβευση η τιμωρία, πράττει ανάλογα, με τον ίδιο τρόπο που το αίτιο δημιουργεί το αποτέλεσμα στα μαθηματικά. Υπάρχει το γνωστικό σύστημα μεταφοράς που βλέπει τον εγκέφαλο σαν ένα λογισμικό που επεξεργάζεται πληροφορίες και ανάλογα με τα γνωσιακά του σχήματα έχει ανάλογες αντιδράσεις. Τέλος υπάρχει το φροϋδικό που βασίζεται στις θεωρίες των εγκεφαλικών βλαβών (Lesions), μια ντετερμινιστική εξήγηση των νευρολογικών παθήσεων (π.χ. Βλάβη στον κροταφιαίο λοβό προκαλεί αλλαγή της συμπεριφοράς και επιληπτικές κρίσεις). Οι εισηγητές της έρευνας υποστήριξαν ότι ιστορικά οι μεταφορές εμφανίζουν μεγαλύτερη συνοχή και ακρίβεια στις περιγραφές αγνώστων φαινομένων.

Αν λοιπόν σκεφτούμε ότι ο τρόπος που νοηματοδοτουμε τις πράξεις μας είναι κατά κύριο λόγο μεταφορικός τότε η καθημερινές μας συναναστροφές είναι κ αυτές μεταφορικές. Το πρόβλημα είναι ότι τις περισσότερες φορές η μεταφορά συνηθίζεται σε τόσο μεγάλο βαθμό που είναι αδύνατο να εντοπίσουμε την πραγματική της σύσταση, η ψυχανάλυση σαν μια τεχνική ερμηνείας της μεταφοράς παρέχει των φιλοσοφικό τρόπο για την ανάλυση και την προώθηση καλύτερων και πιο συγκροτημένων επιστημονικών θεωριών.
   
Η μεταφορά στο πρόβλημα της ύλης και της νόησης
Η ανάλυση της μεταφοράς μπορεί να μεταφερθεί και στο τρόπο με τον οποίο η σύγχρονη νευροψυχολογια και ψυχιατρική αντιλαμβάνεται την συμπεριφορά. Όπως αναλύθηκε παραπάνω η εξελικτική διαδικασία μας έχει διαμορφώσει έτσι ώστε να αντιλαμβανόμαστε την λειτουργία των νευρώνων, την υλική δομή της σκέψης, με τρόπους ανάλογους με αυτούς που ερμηνεύουμε την κίνηση αντικειμένων μέσα σε έναν εξωτερικό χώρο (μετακίνηση ενός επίπλου από ένα χώρο Α σε ένα χώρο Β). Ο βασικός λόγος που καταφεύγουμε στην ανάλογη λειτουργία όπως έδειξα παραπάνω είναι η αδυναμία να αναπαραστήσουμε την εσωτερική λειτουργία των νευρώνων μέσο της όρασης η της αφής.

Για έναν βιολογικά κατευθυνόμενο ερευνητή όλες οι λειτουργιές και συμπεριφορές έχουν νευρολογικό υπόβαθρο και κάτι τέτοιο θεωρείτε μια λογική εξήγηση. Αν επανέλθουμε στο παράδειγμα του πονόδοντου που ανέφερα παραπάνω τότε μπορούμε να πούμε ότι βιώνεται σαν μια νευρολογική διεργασία, κάποιες νευρολογικές λειτουργιές συμβαίνουν με αποτέλεσμα να νιώθουμε πόνο. Στο συγκεκριμένο παράδειγμα η νευρολογική λειτουργία του πονόδοντου είναι ξεκάθαρη και αντικείμενο εμπειρικής νευρολογικής μελέτης. Αν σε ένα φανταστικό σενάριο είχαμε έναν άνθρωπο που δεν είχε νιώσει ποτέ πονόδοντο και του μαθαίναμε την νευρολογική δομή του πονόδοντου θα εξακολουθούσε να αγνοεί πλήρως πια είναι η εμπειρία του πονόδοντου. Η νευρική ιδιότητα του πονόδοντου διαφέρει σε πολύ μεγάλο βαθμό από τον τρόπο με τον οποίο το άτομο βιώνει τον πόνο.

Το ίδιο μπορεί να ισχύει και για μια πλειάδα ψυχιατρικών διαταραχών όπου οι περισσότερες μελέτες τις παρουσιάζουν σαν ιστοπαθολογικες αλλοιώσεις η νευροχημικες ανισορροπίες. Μπορούμε να ισχυριστούμε κάλλιστα ότι η σχιζοφρένεια προκαλείτε από την ατροφική ανάπτυξη των κοιλιών του εγκεφάλου, η την μείωση της εγκεφαλικής μάζας στον κροταφιαίο λοβό και δυσλειτουργία της ντοπαμινης στο μεσολιμβικο σύστημα. Μπορούμε επίσης να ισχυριστούμε ότι η κατάθλιψη προκαλείται από μειωμένη έκκριση μονοαμινων και να στοχεύσουμε στην βιοχημική εξισορρόπηση της με φαρμακευτικά μέσα. Τα παραπάνω είναι σίγουρα ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις που παραμένουν βέβαια στην σφαίρα του νευρολογικού και βιολογικού αίτιου, σε καμία περίπτωση δεν μας δίνουν πληροφορίες για την εμπειρία του ατόμου που έχει σχιζοφρένια η κατάθλιψη, τα νοητικά σχήματα που χρησιμοποιεί και την  σύνδεση του με το σύνολο των διαπροσωπικών σχέσεων.