Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ψυχαναλυση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ψυχαναλυση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου 2013

Αδικώντας τον Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας


  
 Δεν έχω πολύ καιρό που διάβασα Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας, περίπου ένα χρόνο, απλά έχω κάνει αλματώδη πρόοδο και χάρη στις τιμές του Amazon ακόμα μεγαλύτερη. Νομίζω ότι η ανακάλυψη του ήρθε σαν κεραυνός εν αιθρία, όπως και στους περισσότερους άλλωστε. Έχω καταναλώσει πολλές ώρες διαβάζοντας και βλέποντας συνεντεύξεις στο YouTube και νομίζω πως έχω αρχίσει να σχηματίζω μια σχετικά ξεκάθαρη εικόνα. Καλό θα ήταν επίσης να τονίσω πως η επαφή μου με τον Γουαλας ήρθε πέρυσι στις 12 Σεπτέμβρη. Καθώς λοιπόν η «Αμερικανική Λήθη» άρχιζε να με συνεπαίρνει συνειδητοποίησα πως εδώ υπάρχει κάτι μεγάλο, οπότε σταμάτησα κι άρχισα να ψάχνω στο ιντερνετ μπας και βρω ποιος είναι τελικά αυτός ο απίστευτος τύπος, έχει γράψει άλλα βιβλία, έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά, είναι σύγχρονος, παλιός, νέος, γέρος, με τι μοιάζει, έχει δώσει συνεντεύξεις και τα σχετικά. Ομολογώ πως η εμφάνιση του είναι κάπως απογοητευτική, κάτι μεταξύ nerd και wannabe 2Pac η κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Πέρα από αυτό, έμαθα αμέσως πως αυτοκτόνησε, για την ακρίβεια κρεμάστηκε, στις 12 Σεπτέμβρη του 2008, ώρα 9.30. Την στιγμή που τα μάθαινα ολ αυτά, η ώρα ήταν 09.45, 12 Σεπτέμβριου του 2012. Θα μπορούσε να είναι μια συμπαντική συνωμοσία, η ένα σημάδι από τον θεό, θα μπορούσε…
    
Κάπως έτσι ξεκίνησε η επαφή μου με τα γραπτά του ΝΦΓ οπότε θα παρακαλούσα να μην σχηματιστεί η εντύπωση πως είμαι κάποιος αναγεννημένος χριστιανός που ξαφνικά δέχτηκε τον θεϊκό χρησμό και αποφάσισε να ορκιστεί πίστη στην προσπάθεια να λουστεί το άγιο φως, αν και υπήρξαν στιγμές που ένοιωσα κάτι ανάλογο… Το συγγραφικό μεγαλείο του ΝΦΓ είναι από αυτά τα σπάνια που σε 100 χρόνια ιστορίας εκδόσεων, επανεκδόσεων, αναδημοσιεύσεων, επαναλήψεων και αντιγραφών, ξαφνικά βγαίνει ένας και λες, «εδώ έγινε το μεγάλο μπαμ...» Τελικά αυτός ο ένας αυτοκτονεί και η χαρά κομματάκι περιορίζεται. Αρκετά όμως με την εισαγωγή, στο θέμα μας.
     
Μετά την τραγική κατάληξη του ΝΦΓ υπήρξε ένα χειμαρρώδες ξέσπασμα από άρθρα που προσπαθούσαν μέσα από την ενδελεχή έρευνα του συγγραφικού του υλικού, των σημειώσεων και των συνεντεύξεων που είχε δώσει να βρεθεί το χρυσό νήμα, η εξήγηση που έκανε ένα τόσο λαμπρό μυαλό να οδηγηθεί στην αυτοκτονία. Η αγωνιά του αναγνωστικού κοινού για απαντήσεις συμπυκνώνετε στην βιογραφία του συγγραφέα από τον D.T Max και εκδίδεται μόλις τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατο του. Δεν ξέρω αν έχει υπάρξει ανάλογο παράδειγμα στην ιστορία της λογοτεχνίας όπου μια βιογραφία εκδίδεται σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα από το θάνατο του συγγραφέα.
   Στο βιβλίο του  D.T Max «Every Love Story Is a Ghost Story», γίνονται λεπτομερείς αναφορές στις κρυφές πτυχές που δημιούργησαν το πορτρέτο του ΝΦΓ ως συγγραφέα και ως άνθρωπου χωρίς να παραλείπετε η σχέση του με τις θεραπευτικές κοινότητες και τις μυριάδες απόπειρες ευρέσεως μιας μαγικής φαρμακευτικής αγωγής που θα τον γλίτωνε από την βαριά «αρρώστια» της κατάθλιψης. Κάτι τέτοιο προβάλλεται σαν την βασική αιτία θανάτου από το μεγαλύτερο ποσοστό των άρθρων που κυκλοφορούν στον ιντερνετ και εδώ εντοπίζεται η βασική μου ένσταση. Θεωρώ την αιτιολογία της κατάθλιψης σαν κάτι παραπάνω από προσβλητική. Το βασικό κίνητρο της τέχνης του ΝΦΓ είχε να κάνει με την προσπάθεια απόδρασης από την ταμπέλα κατάθλιψη οπότε οποιαδήποτε αναφορά σε κάτι σχετικό θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ύβρη η άγνοια για το περιεχόμενο των κειμένων του. Η φράση «Fiction's about what it is to be a fucking human being» συνοψίζει την ανάγκη του ν’ αποδράσει από την ερμηνευτική καταστολή που υφίσταται κάποιος όταν υποκύπτει στον όρο κατάθλιψη. Είναι μια φράση κραυγή για την αλλαγή του ανθρώπου σε κάτι μη ανθρώπινο, μια αυτόματη μηχανή, μια βιοχημικά καλά ρυθμισμένη λειτουργία, οτιδήποτε πέρα από το ανθρώπινο, οτιδήποτε πέρα από τον λόγο και την έκφραση.
   
Λέγοντας ότι κάποιος πάσχει από κατάθλιψη εννοούμε πως ο ίδιος είναι μια κατάθλιψη, δηλαδή, είναι ένα συνονθύλευμα συμπτωμάτων που κατά DSM (Diagnostical and statistical manual of psychiatry) σημαίνει, καταθλιπτική διάθεση, έλλειψη απόλαυσης και ενδιαφέροντος για οποιαδήποτε δραστηριότητα, απώλεια η αύξηση σωματικού βάρους, υπνηλία η αϋπνία, ψυχοκινητική επιβράδυνση, συναίσθημα αναξιότητας και τέλος αυτοκτονικός ιδεασμός. Κατά την γνώμη μου, θα ήταν αδύνατο για μια φύση σαν αυτή του ΝΦΓ να περιοριστεί στον παραπάνω χαρακτηρισμό.
     Το να προσπαθήσουμε να συμπυκνώσουμε την ατομικότητα σε ορισμούς όπως η κατάθλιψη διαπράττουμε ένα βασικό σφάλμα, περιορίζουμε τον λόγο. Αν αφαιρούσαμε τον χαρακτηρισμό κατάθλιψη σαν την μαγική εξήγηση, τότε αυτόματα η δουλειά μας δυσκολεύει καθώς  θα έπρεπε ν’ αφοσιωθούμε και απλά ν’ ακούσουμε την ατομικότητα του καθενός η οποία παίρνει έκταση ανάλογη με αυτή των γλωσσικών του δυνατοτήτων. Στον ΝΦΓ κάτι τέτοιο είναι υπερδιογκωμένο φτάνοντας σε σημείο να κάνει αναφορές με την μορφή υποσημειώσεων στην ίδια του την σκέψη, σαν να έχει δυο φωνές (καμιά φορά και παραπάνω), σαν να θέλει να μας πείσει ότι το νόημα δεν σταματά ποτέ, η σκέψη δεν σταματά ποτέ αν φτάσεις τις δυνατότητες της γλώσσας στα επίπεδα που ο ίδιος είχε φτάσει. Όταν περιορίζουμε όλη του την συμπεριφορά και την τραγική του κατάληξη στο αίτιο της κατάθλιψης είναι σαν να απαξιώνουμε πλήρως αυτά που είπε και έγραψε, σαν να αγνοούμε όλες τις φανταστικές δυνατότητες που είχε να βυθίζετε σε άγνωστα πεδία του εσωτερικού κόσμου και να βγαίνει (φυσικά όχι ανέπαφος), με δικό του προσωπικό. Με λίγα λόγια, δεν ήταν η κατάθλιψη, ήταν μια προσπάθεια, μια πάλη για την ακρίβεια, ενάντια στον γλωσσικό περιορισμό που επιβάλει ο όρος κατάθλιψη και οι τυποποιημένες κατηγορίες που χρησιμοποιούμε για να περιορίσουμε την σκέψη και να οργανώσουμε την καθημερινή μας επικοινωνία. Έχω την εντύπωση ότι αν μπορούσαμε να συνοψίσουμε την φιλοσοφία του Γουαλας σε ένα σύνθημα η ένα απόφθεγμα θα ήταν, «μην αρκείσαι στην επικρατούσα κατηγοριοποίηση, στις έννοιες που επικρατούν για να περιγράφουν τα φαινόμενα, ανακάλυψε δικά σου, δημιούργησε την προσωπική σου γλώσσα».
    
Η γλώσσα άλλωστε είναι η θρησκεία του ΝΦΓ, κάτι που αναφέρεται και στην βιογραφία του, «δεν πρόκειται για μια ανακάλυψη του τροχού, αλλά για έναν εκμοντερνισμό της θέσης του Wittgenstein ότι τα όρια ενός ανθρώπου καθορίζονται από τα όρια της γλώσσας του». Ο Γουαλας εναντιώνεται σε οτιδήποτε περιορίζει την επικοινωνία, σε οτιδήποτε στραγγίζει τον άνθρωπο από την ανθρώπινη σύσταση του πετσοκόβοντας τις γλωσσικές του δυνατότητες. Η μοναδική ικανότητα που είχε αναπτύξει να μπορεί όχι μόνο να παρατηρεί με τεράστια ακρίβεια την ίδια του την σκέψη, αλλά και να την καταγράφει δημιουργώντας μυθιστορήματα όπως το «Infinite Jest» βασίζετε στην ανάγκη να επικοινωνήσει μέχρι τελευταίας λεπτομέρειας τον εσωτερικό του κόσμο αποδεικνύοντας ότι δεν είναι μόνο μια κατάθλιψη αλλά πολλά παραπάνω.
    
 Η ανάγκη της δημιουργίας μιας εντελώς προσωπικής γλώσσας για την ερμηνεία και επικοινωνία όσων νιώθεις και όσων βλέπεις μπορεί να οδηγήσει στην συγγραφή... η και στην ψυχανάλυση. Ο ΝΦΓ επέλεξε και τις δυο μεθόδους κλείνοντας σαφέστατα προς την πρώτη. Η ψυχανάλυση και η λογοτεχνία έχουν ένα κοινό σημείο, προσεγγίζουν το άτομο ως ξεχωριστή οντότητα με την δική του ιστορία και τα προσωπικά του βιώματα. Μπορεί σε μια ψυχαναλυτική συνεδρία ο όρος κατάθλιψη να είναι αποδεκτός, πρέπει όμως να υπάρχει ο απαραίτητος χρόνος και η απαραίτητη συζήτηση έτσι ώστε να ξεδιπλωθεί η ιστορία του καθενός, να γίνουν αντιληπτές οι ατομικές ιδιαιτερότητες και τα αίτια του αδιεξόδου. Μπορεί στην πρώτη συνεδρία να είναι εύκολο να δώσεις τον χαρακτηρισμό κατάθλιψη, αλλά καθώς ο καιρός περνά, η ατομικότητα ξεπερνά τον ορισμό. Η υπέρβαση της κατάθλιψης επιτυγχάνεται με την καλλιέργεια της γλώσσας, άλλωστε τι παραπάνω είναι η ψυχανάλυση από μια γλωσσική θεωρία με τις έννοιες και τους κανόνες της. Ο ΝΦΓ το γνώριζε...
    
Στο κείμενο που περιλαμβάνεται στην «Αμερικανική Λήθη» με τον τίτλο «Παλιό καλό Νέον» ο συγγραφέας παρεμβαίνει στην ψυχαναλυτική συνθήκη μέσα από τους διαλόγους με τον Δρ Γκουσταφσον. Ένα κείμενο που ξεπερνά σε ενδιαφέρον και ακρίβεια πολλές από τις σύγχρονες κλινικές αναφορές στην διαδικασία της ψυχοθεραπείας. Η περιγραφή των συνεδριών, πέρα από απολαυστική, δείχνει ξεκάθαρα την σύγκρουση δυο διαφορετικών γλωσσικών φιλοσοφιών, την ψυχαναλυτική και την προσωπική του συγγραφέα, ας την πούμε λογοτεχνική σε μια προσπάθεια να ονοματίσουμε τους «αντιπάλους». Μεταξύ ψυχαναλυτή και κεντρικού χαρακτήρα εκτυλίσσετε μια ερμηνευτική μάχη, το στοίχημα είναι ποιος θα καταφέρει να ερμηνεύσει  ποιον, ποιος θα καταφέρει να κατηγοριοποιήσει ποιον. Η λύση τελικά δεν δίνεται καθώς ο ψυχαναλυτής πεθαίνει, μια Καφκικη εφεύρεση που μετά από την περιστρεφόμενη αναζήτηση για την λύση του προβλήματος ο θάνατος προβάλει σαν τον τελικό ερμηνευτή.  Στο «Παλιό καλό Νέον» ο κεντρικός χαρακτήρας πασχίζει να ερμηνεύσει και να κατατάξει τον ψυχαναλυτή πριν το κάνει  αυτός σ εκείνον. Η θεραπευτική ουσία μιας τέτοιας σύγκρουσης έχει την αξία της καθώς βλέπουμε τον χαρακτήρα πιστό στα ραντεβού του και στα χρονικά διαγράμματα πηγαίνοντας στις συνεδρίες για πάνω από ένα χρόνο. Το πρόβλημα που παρουσιάζεται είναι πως η ψυχαναλυτική γλώσσα δεν ήταν αρκετή για να δώσει τις απαραίτητες απαντήσεις με αποτέλεσμα να τον βυθίζει όλο και πιο βαθειά σ’ έναν εσωτερικό διάλογο προσπαθώντας ν ανακαλύψει ο ίδιος τον τρόπο να εκφραστεί και να επικοινωνήσει αυτά που σκέπτεται. Το συμπέρασμα είναι πως ο λόγος δεν είναι ποτέ αρκετός για να εκφράσει την σκέψη και πως ο καθημερινός λόγος είναι τόσο περιοριστικός που βυθίζει τον χαρακτήρα σ’ ένα σκληρό καθεστώς υπαρξιακής μοναξιάς, «What goes on inside is just too fast and huge and all interconnected for words to do more than barely sketch the outlines of at most one tiny little part of it at any given instance». Αυτό το οδυνηρό συμπέρασμα οδηγεί τον ΝΦΓ στην εγκατάλειψη της ψυχαναλυτικής θεωρίας και τη φυγή προς την συγγραφή. Ο Δρ Γκουσταφσον πεθαίνει και μαζί του πεθαίνει η ελπίδα της ψυχανάλυσης ως λύση. Η απώλεια της λύσης, το αδιέξοδο και η αδυναμία εύρεσης νοήματος από μέρος τους κεντρικού χαρακτήρα εκφράζεται και αυτή με τον θάνατο, για την ακρίβεια με την αυτοκτονία, μια πιθανή μαντεψια από μέρους του συγγραφέα, ίσως και μια ενδόμυχη απειλή που βρήκε τρόπο να ομολογηθεί με λέξεις. Το τελευταίο καταφύγιο μετά την ψυχανάλυση και μια πλειάδα new age μεθόδων είναι η συγγραφή. Ο προφορικός λόγος είναι ένας περιορισμένος τρόπος για να εκφράσει τα εσωτερικά του ζητήματα, για κάποιους είναι αρκετός, γι’ άλλους δεν είναι και ίσως αυτό ν’ αποτελεί μια από τις βασικές αφετηρίες της λογοτεχνίας σ’ όλο της το φάσμα. Το τραγικό του τέλος είναι η απόδειξη ότι ούτε η λογοτεχνία και ο γραπτός λόγος μπορούσαν να τον κρατήσουν στην ζωή...
    
 Πέρα από την ανάγκη του ΝΦΓ να κάνει χρήση της γραφής ως το απόλυτο μέσο έκφρασης απορρίπτοντας τον προφορικό λόγο ως περιοριστικό υπάρχει και κάτι ακόμα πιο ενδιαφέρον στο «Παλιό καλό Νέον». Είναι η καταγραφή της «ερμηνευτικής μάχης» που αποτελεί την ακρογωνιαία λίθο της πάλης του κάθε ατόμου να μην κατηγοριοποιηθεί και ερμηνευτεί από τους φορείς εξουσίας. Με τον όρο φορείς εξουσίας εννοώ τις κοινωνικές δομές που διαθέτουν την δύναμη να ορίζουν τους κανόνες, συμπεριφωρικους και λεκτικούς. Μερικοί από αυτούς είναι η οικογένεια, το σχολείο, η εκκλησία, το κράτος, η επιστήμη και στην περίπτωση μας η ιατρική.
   
Για να γίνει πιο κατανοητό, ας ξεκινήσουμε με την αρχή ότι οποιαδήποτε μορφή κατηγοριοποίησης είναι μια μορφή εφαρμογής της εξουσίας και θα εξηγήσω τι εννοώ. Σύμφωνα με τον Βρετανό ψυχαναλυτή Ντόναλντ Γουινικοτ η κατηγοριοποίηση των αντικειμένων γύρω μας είναι μια διαδικασία που ξεκινά από την πρώιμη βρεφική ηλικία και έχει σαν βασικούς φορείς τους γονείς και το οικογενειακό περιβάλλον. Η ονομασία αντικειμένων μας βοηθά να ορίσουμε μια κοινά αποδεκτή πραγματικότητα κάτω από την οποία καλούμαστε να ζήσουμε και να δημιουργήσουμε. Το βρέφος αρχίζει να μιλά και να μαθαίνει τα ονόματα των αντικειμένων, να ξεχωρίζει το τραπέζι από την καρέκλα και άλλα καθημερινά αντικείμενα, στην αρχή μέσο της βλεματικης επαφής (νεύμα η έκφραση επιβεβαίωσης) από τους γονείς, καθώς η γλώσσα ακόμα δεν έχει δημιουργηθεί. Το απαραίτητο του γονέα, που στην ουσία είναι αυτός που κατέχει τις κατηγορίες του κόσμου είναι η μετάδοση τους στο βρέφος και η τελική του διαμόρφωση σε ενήλικο, δηλαδή σ’ ένα ων που αντιλαμβάνεται την κοινά αποδεκτή πραγματικότητα και κινείται μέσα σε αυτή. Ο ρόλος του γονέα είναι αυτός της επικύρωσης αν κάτι είναι σωστό και κάτι όχι, του χεριού που επαναφέρει από την ρευστή σύσταση των κατηγοριών που έχει προσχηματίσει το παιδί σε μια συμπαγή κοινά αποδεκτή κατηγορία μιας κοινωνικής πραγματικότητας. Ένα ανάλογο θέμα πραγματεύεται και η ταινία «Κυνόδοντας» στην προσπάθεια να εξηγήσει πως αν σ ένα απομονωμένο περιβάλλον, ένα κλειστό σύστημα χωρίς εξωτερικά ερεθίσματα (οικογενειακό περιβάλλον), οι κατηγορίες διαμορφώνονται από την θετική η αρνητική ενίσχυση αυτού που κατέχει την εξουσία και την δύναμη να επιβεβαιώσει αν τα γεννητικά όργανα λέγονται «πληκτρολόγιο» η αν το αεροπλάνο μεταμορφώνετε σε ένα πλαστικό αεροπλανάκι που πέφτει στο γρασίδι του κήπου.
    
Η κατηγοριοποίηση είναι μια απαραίτητη κατάσταση η οποία ξεκινά από νωρίς και μας συντροφεύει για πάντα, είναι μια προσπάθεια οργάνωσης και δημιουργίας ενός εξωτερικού κόσμου. Το βρέφος «κλείνει» η παγιώνει τις κατηγορίες μέσο της αρνητικής η θετικής ενίσχυσης από τον γονέα, αν ο γονιός δεχτεί ότι μια λέξη είναι η απαραίτητη για την περιγραφή ενός αντικειμένου, τότε η επανάληψη ωθεί το βρέφος  σε μια σταθερή και απαράλλακτη λεκτική δημιουργία. Ο ρόλος του γονέα σηματοδοτεί για το παιδί την πρώτη επαφή με την εξουσία που στην πορεία μετουσιώνεται και παραλαμβάνεται από φορείς όπως το σχολείο και το κράτος, φορείς δηλαδή που έχουν την δύναμη να ορίσουν αν κάτι πρέπει να γίνεται η να ονομάζεται με ένα συγκεκριμένο τρόπο.
    
Τα πράγματα βέβαια είναι σχετικά απλά με την κατηγοριοποίηση του εξωτερικού κόσμου η του κόσμου των αντικειμένων. Για την οργάνωση του εσωτερικού κόσμου κρίνεται απαραίτητη η κατηγοριοποίηση των ψυχικών διεργασιών και των συναισθημάτων έτσι ώστε να επιτυγχάνεται η επικοινωνία σε μια κοινή βάση. Όταν γεννιούνται ερωτήματα για το ποιος είμαι, η τι είναι αυτό που νιώθω τότε οι απαντήσεις έρχονται συνήθως από τους άλλους, στην προκείμενη από τους γονείς. Οι γονείς μας λένε ποιοι είμαστε η μας εξηγούν τι είναι το κάθε συναίσθημα που  νιώθουμε και προσπαθούμε να περιγράψουμε, αργότερα αποδεχόμαστε η απορρίπτουμε τους τρόπους με τους οποίους μας έχουν προσδιορίσει. Κατά την πορεία μας μπορεί να αφαιρέσουμε από τον εαυτό μας την αλλότρια ταυτότητα που οι γονείς μας έχουν εξοπλίσει και να δημιουργήσουμε με τις πράξεις και τις επιλογές μας μια προσωπική. Πέρα από αυτό, είναι κάτι παραπάνω από δεδομένο, ότι η πρώτη κοινωνική ταυτότητα στην ουσία επιβάλλεται, μαθαίνουμε να είμαστε αυτό που οι άλλοι μας επιβάλλουν.
    
Για πολλά χρόνια οι παραπάνω εσωτερικές διεργασίες ήταν αντικείμενο περιγραφής και διερεύνησης των φιλοσόφων, λογοτεχνών και ποιητών, κάτι τέτοιο αλλάζει με την εμφάνιση του Σίγκμουντ Φρόιντ και την δημιουργία της ψυχανάλυσης, η οποία έρχεται να συμπυκνώσει την φιλοσοφική γνώση κατασκευάζοντας μια σύνθετη γλώσσα για την κατηγοριοποίηση των εσωτερικών διεργασιών. Ενώ λοιπόν η κατηγοριοποίηση αντικειμένων του εξωτερικού κόσμου όπως μια καρέκλα η ένα τραπέζι είναι κάτι σχετικά εύκολο και λιγότερο αμφισβητήσιμο, η κατηγοριοποίηση ενός εσωτερικού συναισθήματος όπως η θλίψη κινείται σε μια πιο ιδιωτική σφαίρα. Η ψυχανάλυση έρχεται να δώσει λόγο και λέξεις σε εσωτερικές ψυχικές διεργασίες που μέχρι τότε δεν είχαν όνομα, η το όνομα τους εξαρτιόταν από την προσωπική εσωτερική αναζήτηση και δημιουργική δυνατότητα του καθενός. Κάτι ανάλογο κάνουν οι ποιητές, βουτούν στον εσωτερικό τους κόσμου και τον φέρνουν στην επιφάνεια με την μορφή λόγου, του δίνουν φωνή ελευθερώνοντας τον από την εσωτερική σιωπή του. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο πως ο Φρόιντ δήλωσε πως «όπου και αν με πήγαν οι θεωρίες μου, βρήκα ότι ένας ποιητής είχε ήδη πάει εκεί». Με λίγα λόγια, η ψυχανάλυση έρχεται σαν ένας μεταφορικός γονέας, σαν ένας «Μεγάλος Άλλος» για να χρησιμοποιήσουμε την Λακανική έκφραση και ονοματοδωτει, κατηγοριοποιεί και κατατάσσει τις εσωτερικές διεργασίες με μια καινούργια γλώσσα που φαίνεται να προσφέρει μια μεθοδολογία η οποία παρέχει στον καθένα μέσω της προσωπικής ανάλυσης, την δυνατότητα οργάνωσης και κατηγοριοποίησης του εσωτερικού του κόσμου. Μέχρι εδώ όλα καλά, που εντοπίζεται όμως η διαφορά μεταξύ της προ- και μετά- ψυχαναλυτικής περιόδου;
    
Μια από της πιο χαρακτηριστικές θέσεις του Μισέλ Φουκώ στην «Ιστορία της Τρέλας» είναι πως η ψυχανάλυση εμφανίζεται ιστορικά στα τέλη του 18ου αιώνα με σκοπό να φέρει στο φως την εσωτερική διεργασία, να βγάλει από το βουβό κέλυφος την εσωτερική φωνή δίνοντας της όνομα και υπόσταση. Ο Φρόιντ δημιούργησε μια διαδικασία όπου η καταπιεσμένη εσωτερική φωνή αποκτούσε λόγο μέσω της ψυχανάλυσης. Δεν υπάρχει τίποτα κακό στην συγκεκριμένη σύλληψη. Το πρόβλημα δημιουργήθηκε εξ αιτίας της ιατρικής του ιδιότητας, κάτι που περιπλέκει τα πράγματα. Η προσπάθεια του γιατρού Φρόιντ και όχι του Φρόιντ λογοτέχνη η φιλοσόφου, έρχεται να επιβάλει έναν ερμηνευτικό περιορισμό και μια κατηγοριοποίηση των εσωτερικών διεργασιών σε ομαλές και ανώμαλες, σε άρρωστες και υγιείς, συμπαγείς κατηγορίες με ιατρική υπόσταση που χρίζουν θεραπείας. Έκανε αυτό που ο Ρόναλντ Ντ. Λάινγκ  στο «Διχασμένο Εαυτό» ονομάζει ως αμυντική θεωρία, «Ο Φρόιντ βυθίστηκε σε μεγάλα βάθη φέρνοντας στην επιφάνεια το κεφάλι της μέδουσας, έπρεπε να δημιουργήσει μια αμυντική θεωρία για να μην παγώσει από το βλέμμα της».
    
Η ψυχαναλυτική μέθοδος φέρνει στο φως την ανθρώπινη υπόσταση αλλά με ένα κόστος, την μετατρέπει σε ιατρική οντότητα και την χρίζει κατάλληλη για θεραπεία.  Σε στενή συνεργασία με τον ψυχιατρικό λόγο μεταμορφώνει το υλικό που είχε αντλήσει  από την  λογοτεχνία και την φιλοσοφία σε μια γλώσσα αρκετά πιο περιεκτική από την ιατρική της εποχής,  αλλά πολύ περιοριστική ως προς την ετερογένεια και τις ατομικές απαιτήσεις του καθενός. Το οιδιπόδειο σύμπλεγμα, οι νευρώσεις και οι υστερίες ήταν οι νέες λέξεις που εισήγαγε σε μια προσπάθεια να ερμηνεύσει και να κατηγοριοποιήσει τα ψυχικά φαινόμενα.  Η επιρροή της ψυχανάλυσης στην σύγχρονη ψυχιατρική δημιουργεί μια νέα γλώσσα βασισμένη σε ιατρικούς ορους που έρχεται να ερμηνεύσει τις εσωτερικές διεργασίες ως παθολογικές η μη παθολογικές. Η ψυχιατρική υιοθετεί μια ιατρική γλώσσα περιγράφοντας την εσωτερική κατάσταση με φτωχούς, συμπτυγμένους ορους που αντλεί από την βιολογία και την νευρολογία, μιλά για συμπτώματα, για βιοχημική ανισσοροπια και ανωμαλία. Σε αυτό το ιστορικό σημείο εμφανίζεται και η κατάθλιψη, σαν μια ιατρική οντότητα με τα χαρακτηριστικά που αναφέρθηκαν στην αρχή.
    
Το ερώτημα είναι καλά ολ’ αυτά, πως όμως συνδέονται με την περίπτωση του ΝΦΓ; Κατά την γνώμη μου, ένας συγγραφέας του μεγέθους του ΝΦΓ, με την θρησκευτική του πίστη στην δύναμη των λέξεων θα ήταν αδύνατο να μην αντιτάξει στην στέρηση της έκφρασης από το συναίσθημα και το βίωμα του ανθρώπου που περιέχετε στον περιοριστικό ψυχιατρικό λόγο, κείμενα σαν το «Παλιό Καλό Νέον» η το πρώιμο «Τhe Depressed Person», μια συγκινητική περιγραφή της ζωης ενός έφηβου που παλεύει με τις εσωτερικές του ανησυχίες. Ο Καμυ θα έλεγε πως ο ΝΦΓ ενσαρκώνει έναν σύγχρονο μεταφυσικό επαναστάτη, έναν χαρακτήρα που η μοναδική του επανάσταση είναι η εσωτερική, ενάντια σε θεσμούς που παρεμβαίνουν αυταρχικά περιορίζοντας το προσωπικό του νόημα επιβάλλοντας κατηγορίες με την δύναμη των λέξεων. Η κατάθλιψη δεν σκότωσε τον ΝΦΓ και η κατάθλιψη δεν ήταν ο ΝΦΓ παρά μόνο ένα κομμάτι του που μέχρι κάποιο σημείο ήταν διαχειρίσιμο. Είναι πράγματι τραγικό να παλεύεις με μια κατηγορία, μ’ ένα χαρακτηρισμό, εκδίδοντας τόνους σπουδαίων κειμένων που φανερώνουν βαθύτατη σκέψη και μοναδική ανάλυση της σύγχρονης πραγματικότητας σε μια προσπάθεια να δείξεις τον δρόμο που ο σύγχρονος άνθρωπος οδηγείτε σε αδιέξοδα χάνοντας τον εαυτό του μέσα σε μια αφθονία από πειρασμούς και πληροφορίες. Είναι επίσης τραγικό να το πετυχαινεις και να μην αναγνωρίζεις στον εαυτό σου την επιτυχία. Τέλος, είναι ακόμα πιο τραγικό να παλεύεις μια ζωή για την έκφραση, την άρνηση της ομαδοποίησης, της κατάταξης σ’ ένα είδος, αυτό να σε σκοτώνει και μετά θάνατον, όταν η δράση πια σταματά, όλο αυτό να γκρεμίζετε περιορίζοντας την ζωή σου στον χαρακτηρισμό του καταθλιπτικού. Αυτό που αφήνει πίσω του ο ΝΦΓ είναι η δυνατότητα επιλογής μεταξύ της πλούσιας γλωσσολογικής δύναμης της λογοτεχνίας η της περιορισμένης ιατρικής ορολογίας για να αντιληφτούμε τις εσωτερικές μας αγωνίες, καλό είναι να ξέρουμε που βρίσκονται οι μύθοι και τα φαντάσματα, άλλωστε, every love story is a ghost story.


Τετάρτη 16 Φεβρουαρίου 2011

Ψυχανάλυση, όνειρα και μεταφορά


by De-Lira

Η ψυχανάλυση γεννήθηκε όταν ο Φρόιντ εγκατέλειψε την μεθοδολογία της νευρολογίας για μια νέα προσέγγιση στις νοητικές επιστήμες. Μέσα από την συνεργασία με τον Γιόζεφ Μπροιερ κατέληξε σε μια μέθοδο που του επέτρεπε να συνδέσει τα συμπτώματα των ασθενών με γεγονότα του παρελθόντος που είχαν ήδη ξεχαστεί η κρυφτεί. Η βασική θεραπευτική προσέγγιση βασιζόταν στο γεγονός πως αν αυτά τα παρελθοντικά γεγονότα έφταναν στην μνήμη του ασθενούς σε συνειδητό επίπεδο τα συμπτώματα θα εξαφανίζονταν.

Η θεραπεία των συμπτωμάτων επιτυγχανόταν με την μέθοδο των ελεύθερων συνειρμών αλλά και την ανάλυση των ονείρων που αποτέλεσε την βάση για την διαμόρφωση της ψυχαναλυτικής θεωρίας. Ο Φρόιντ παρατήρησε ότι τα όνειρα συνδέονταν με παλαιότερες εμπειρίες με τον ίδιο τρόπο που συνδέονταν και τα συμπτώματα των ασθενών. Το αποτέλεσμα αυτής της παρατήρησης συνοψίζεται στην ερμηνεία των ονείρων που εκδόθηκε το 1900 και για πολλούς λόγους αποτέλεσε την αφετηρία της ψυχανάλυσης σαν θεραπευτική και φιλοσοφική προσέγγιση.

Η έννοια της σημασίας των ονείρων αποτελεί γεγονός που εξελίχθητε από τον Φρόιντ αλλά στην ουσία ήταν μια θεματολογία που απασχολούσε τους φιλόσοφους πριν από αυτόν. Στα μέσα του 19ου αιώνα ο Biran συνδέει τα όνειρα με την έννοια του ασυνειδήτου, συγκεκριμένα εισάγει την θεωρία της συνείδησης και της απώθησης συνδέοντας την απώθηση με το φαινόμενο του ύπνου και των ονείρων. Ο Biran πίστευε ότι τα όνειρα εμφανίζονται στον ύπνο όπου υπάρχει απώλεια συνείδησης και αφανισμός του εγώ, κάτι που θυμίζει αρκετά την φροϋδική προσέγγιση.

Η ανάλυση των  ονείρων
Η ερμηνεία των ονείρων βασίζεται σε μια απλή ιδέα που μπορεί να διευρυνθεί σε πολλές εκδηλώσεις της καθημερινής ζωης. Για τον Φρόιντ τα όνειρα αποτελούσαν καταπιεσμένες επιθυμίες, ο ρόλος τους ήταν η παρέμβαση μεταξύ αυτού που ονειρεύεται και της επιθυμίας του, έχοντας σαν βασικό στόχο την εκπλήρωση της επιθυμίας (wish fulfilment). Για να το αντιληφθούμε καλύτερα πρέπει να καταλάβουμε τον ρόλο της δράσης που υποκινείτε από την επιθυμία. Αν υποθέσουμε ότι η επιτυχία της ικανοποίησης μιας επιθυμίας όπως η δίψα είναι «να πιω νερό» τότε αυτόματα  η δράση θα είναι «πίνω νερό» έτσι ώστε η επιθυμία να ικανοποιείτε και το άτομο βιώνει την εμπειρία ότι «έχει νερό», όταν η επιθυμία ικανοποιείτε η δράση σταματά.   

Μπορούμε λοιπόν να καταλήξουμε ότι η επιθυμία ρυθμίζεται από την δράση η από τα πιστεύω, δηλαδή μια μορφή αναπαράστασης της κατάστασης όπου η επιθυμία ικανοποιείται.
Η εργασία του Φρόιντ μας δείχνει ότι τα όνειρα και τα συμπτώματα στην ουσία αποτελούν μορφές αναπαράστασης μιας κατάστασης που έχει ως βασικό στόχο την ρύθμιση της επιθυμίας υπό το καθεστώς απώλειας μιας κατάστασης που ικανοποιεί την πραγματική επιθυμία. Αν δεχτούμε κάτι τέτοιο, το παράδειγμα με την δίψα μετατρέπεται ως εξής, κάποιος που κοιμάται και διψά, ονειρεύεται ότι πίνει νερό, άρα η πραγματική επιθυμία «θέλω να πιω νερό» ικανοποιείτε από την ονειρική εμπειρία «πίνω νερό» χωρίς όμως πραγματική πρόσβαση στο νερό. Το αποτέλεσμα του ονείρου φαίνεται να έχει καταπραϋντική δράση για την δίψα. Η αδυναμία του ονείρου να ικανοποιήσει την πραγματική δίψα καταλήγει στο ξύπνημα του ονειρευομενου.
  
Η βασική ερώτηση που προκύπτει από το παραπάνω είναι κατά πόσο το όνειρο, δηλαδή η φαντασιακή ικανοποίηση της επιθυμίας μετατρέπεται σε πραγματική ικανοποίηση. Η συνεισφορά της ψυχανάλυσης είναι η συνειδητοποίηση του νοήματος του ονείρου και η συνειδητοτητα του εγώ για την πραγματική επιθυμία. Η ονειρική αναπαράσταση της δράσης πίνω νερό παρουσιάζει μια πραγματική επιθυμία η οποία δεν ικανοποιείτε παρά μόνο στο φαντασιακό κομμάτι.

Στην ανάλυση των ονείρων της ένεσης της Ιρμα (Irmas injection) ο Φρόιντ παρέχει οδηγίες για το πώς είναι χρήσιμο να γίνεται η ανάλυση των ονείρων. Ξεκινά επικεντρώνοντας τις παρατηρήσεις του στις εσωτερικές διεργασίες του θεραπευομενου γύρο από το όνειρο αποφεύγοντας παρεμβάσεις που μπορούν να τον αποτρέψουν από τους ελεύθερους συνειρμούς. Στην συνέχεια επικεντρώνετε στις ημέρες πριν την ανάλυση του ονείρου προσπαθώντας να συνδέσει το ονειρικό περιεχόμενο με την ζωή του θεραπευομενου. Τελειώνοντας, γίνεται μια περίληψη του ονείρου που επιτρέπει στον θεραπευομενο να εντοπίσει το κοινό έδαφος του ονείρου με την πραγματική δράση.

Η μεθοδολογία του Φρόιντ προκύπτει από την προσωπική ανάλυση του ονείρου της ένεσης της Ιρμα. Στο συγκεκριμένο όνειρο η ασθενής του  Ιρμα υποφέρει από μια τοξική ένεση που της έχει κάνει ο  Otto, συνεργάτης του Φρόιντ. Κατόπιν ανάλυσης ο Φρόιντ συνειδητοποιεί ότι η δραστηριότητα του ονείρου είναι η ικανοποίηση της επιθυμίας του Φρόιντ να μην είναι υπεύθυνος για την οδύνη της Ιρμας που προκύπτει από τα συμπτώματα της. Προχωρώντας στην ανάλυση ο Φρόιντ εντοπίζει ένα βαθύτερο νόημα που είναι η ευθύνη του για τον θάνατο ενός ασθενούς μετά την χορήγηση ενός τοξικού φαρμάκου χρόνια πριν αλλά και τον θάνατο ενός φίλο του μετά από χορήγηση ισχυρής δόσης κοκαΐνης. Η ανάλυση του ονείρου έχει ως αποτέλεσμα την ικανοποίηση της ανησυχίας για την οδύνη της Ιρμα σε συνδυασμό με την ικανοποίηση τραυματικών εμπειριών του παρελθόντος.

Βλέπουμε λοιπόν ότι η λειτουργία του ονείρου ακολουθει την μεθοδολογία της μεταφοράς. Ένα πραγματικό τραυματικό γεγονός μεταφέρεται με διαφορετική μορφή στο όνειρο. Η ανάλυση του στοχεύει στην σύνδεση με την πραγματική επιθυμία και την επίλυση της.

Ψυχανάλυση και μεταφορά
Επικρατεί λοιπόν η άποψη ότι το βασικό εργαλείο της ψυχαναλυτικής θεραπείας είναι η ανάλυση της μεταφοράς σαν ένα από τα βασικότερα συστατικά που υποκινεί την ανθρώπινη δραστηριότητα. Ο γλωσσολόγος Lakoff τονίζει ότι «οι συμβολισμοί των ονείρων όπως προσεγγίζονται από την ψυχανάλυση κάνουν χρήση των μεταφορικών συστημάτων που χρησιμοποιούμε στην καθημερινή ζωή». Το υποσυνείδητο μεταφορικό σύστημα που δημιουργεί τα όνειρα είναι παρόν στην καθημερινή ζωή συνδέοντας τα κρυμμένα μηνύματα και τις εικόνες με τρόπο που μπορούμε να κατανοήσουμε.

Ο ρόλος του αναλυτή στην ψυχανάλυση είναι να μετατρέψει σε συνειδητό το περιεχόμενο του αναλυόμενου που είναι ως επί το πλείστον άγνωστο. Η επικοινωνία μεταξύ των δυο επιτυγχάνεται με την χρήση της μεταφοράς επιτρέποντας στον αναλυόμενο να ξανακερδίσει πρόσβαση στο μεταφορικό του σύστημα.

 Το νόημα της χρήσης της μεταφοράς βασίζεται στην αδυναμία της γλώσσας να εκφράσει τους αυθαίρετους συνειρμούς και σκέψεις. Στην ψυχαναλυτική διαδικασία επιτυγχάνεται η ερμηνεία του μεταφορικού συστήματος του αναλυόμενου μέσο των ελεύθερων συνειρμών και της ανάλυσης των ονείρων προσφέροντας σύνδεση της μεταφοράς με την πραγματική ζωή.

Ο Holmes προτείνει ότι το βασικό εργαλείο της ψυχαναλυτικής θεραπείας, η μεταβίβαση και η μεταφορά είναι το ίδιο πράγμα. Η λέξη μεταφορά που μεταφράζεται στην μετακίνηση μιας έννοιας η ενός πράγματος από ένα σημείο σε ένα άλλο έχει σαν σκοπό την σύνδεση της φαντασίας με την πραγματικότητα, του εσωτερικού με το εξωτερικό. Με τον ίδιο τρόπο η μεταβίβαση, χρησιμοποιώντας το μεταφορικό σύστημα συνδέει τα συναισθήματα και τις εμπειρίες της παιδικής ηλικίας  με το πρόσωπο του ψυχαναλυτή μέσο της προβολής.

Μεταφορά και ψυχοπαθολογία
Η ψυχαναλυτική γλώσσα είναι κατά κύριο λόγο μια μεταφορική γλώσσα και οι κύριες εκδηλώσεις της είναι μέσο της ανάλυσης των ονείρων. Η ανάλυση της μεταφοράς δίνει την δυνατότητα στην ψυχανάλυση να αποκωδικοποιήσει πολλές από τις γνωστές ψυχοπαθολογιες. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο ότι ο Carl Jung ορίζει την τρέλα σαν ένα όνειρο που έχει αντικαταστήσει την συνειδητοτητα, μια κατάσταση όπου οι μεταφορές εκλαμβάνονται ως κυριολεξίες. Ο Mojtabai αναφέρει ότι μέσω της ψυχανάλυσης διαπιστώνουμε ότι οι ψευδαισθήσεις και τα όνειρα έχουν ένα κοινό σημείο, είναι και τα δυο μια μορφή λανθασμένου πιστεύω. Στην ίδια γραμμή ο Davidson υποστηρίζει ότι «μόνο όταν μια φράση εκλαμβάνεται ως λάθος την αντιλαμβανόμαστε ως μεταφορά και στην συνέχεια ψάχνουμε να εντοπίσουμε την κρυμμένη της υπόδειξη». Στα όνειρα, το περιεχόμενου του ονείρου εκλαμβάνεται ως ψευδές εντοπίζοντας το μεταφορικό του περιεχόμενο και στην συνέχεια προχωραμε στο κυριολεκτικό πραγματικό του μήνυμα. Στην περίπτωση μιας σοβαρής ψυχοπαθολογίας, όπως μια παραίσθηση, ο διαχωρισμός μεταξύ του μεταφορικού και του κυριολεκτικού μηνύματος δεν υφίσταται καταλήγοντας στην εκκεντρικότητα της συμπεριφοράς που χαρακτηρίζει ανάλογες καταστάσεις.

Ο Segal περιγράφει το περιστατικό ενός βιολιστή που κατόπιν εκδήλωσης ενός σχιζοφρενικού επεισοδίου αρνούνταν κατηγορηματικά να ξαναπαίξει βιολί. Όταν ρωτήθηκε το λόγο απάντησε «Περιμένεις να αυνανιστώ δημοσίως;».  Αυτό μπορεί να ερμηνευθει σαν η σημασία του παιξίματος βιολιού να βιώνεται βάση μιας μεταφορικής σύνδεσης με δραστηριότητες που αφορούν κατά κύριο λόγο το σώμα. Κατά κάποιο τρόπο δηλαδή η δυνατότητα μεταφορικών συνδέσεων είχε παψει να υφίσταται.

Ένα άλλο παράδειγμα από τον ίδιο κλινικό είναι αυτό ενός 10 χρόνου αυτιστικού κοριτσιού που παρουσίασε κρίσεις πανικού όταν μια νοσοκόμα κατά την διάρκεια μιας αιμοληψίας της απευθύνθηκε λέγοντας «δώσε μου το χέρι σου, δεν θα πονέσει..». Ο έντονος φόβος της αποδόθηκε στο γεγονός ότι νόμιζε πως της ζήτησε το ίδιο της το χέρι με αποτέλεσμα να ηρεμίσει όταν της ζητήθηκε να τεντώσει απλά το χέρι της. Σε περιπτώσεις αρνητικών συμπτωμάτων σχιζοφρένειας όπου η αυτιστική σκέψη είναι ένα από τα βασικά συμπτώματα ζητήθηκε από έναν ασθενή ενώ καθόταν στο τραπέζι «μπορείς να μου δώσεις το αλάτι;», αυτός απάντησε πως «μπορεί» χωρίς να κάνει κάποια κίνηση να το δώσει. Κάτι τέτοιο ερμηνεύετε σαν μια κατάρρευση της μεταφορικής συνοχής.

Τελευταίο παράδειγμα έρχεται από το Μπόιλερ, τον νονό της σχιζοφρένειας και αυτόν που στην ουσία μετονόμασε την Κρεπελιανη dementia praecox σε σχιζοφρένεια. Στο βιβλίο του dementia praecox or the group of schizophrenics αναφέρει το παράδειγμα μιας ασθενής που στην αρχή της θεραπείας ισχυριζόταν πως είναι η Ελβετία, στην συνέχεια άλλαξε και ισχυρίζονταν πως είναι η ελευθερία. Ο Μπλοιλερ καταλήγει στο συμπέρασμα της σημασιολογικής αντικατάστασης της έννοιας της ελευθερίας με την Ελβετία ως χώρα επιδεικνύοντας μια χαρακτηρολογικη σύγχυση της μεταφοράς.
   

Η ανάλυση της μεταφοράς στις επιστήμες
Η ανάλυση της μεταφοράς από την ψυχανάλυση πέρα από την θεραπεία νευρωτικών συμπτωμάτων αλλά και την βαθύτερη ανάλυση της συμπεριφοράς που εκδηλώνουν άτομα με σοβαρότερες ψυχοπαθολογιες  αποδεικνύεται αρκετά αποκαλυπτική στον τρόπο με τον οποίο δημιουργούνται τα θεωρητικά μοντέλα των επιστήμων.

Συγκεκριμένα, ο Gentner αναφέρει ότι ο βασικός ρόλος της μεταφοράς είναι «η ακριβής πρόβλεψη σε έναν άγνωστο χώρο βασιζόμενη στις γνωστές προβλέψεις ενός γνωστού χώρου». Στο ίδιο μήκος κύματος ο Mojtabai ερμηνεύει την μεταφορά σαν την μετακίνηση μιας έννοιας από έναν γνωστό χώρο σε έναν άγνωστο. Υποστηρίζει ότι η χρήση της μεταφοράς είναι παρόν στον τρόπο με τον οποίο η επιστήμη αλλά και η ψυχολογία ορίζει και κατηγοριοποιεί τις διαταραχές. Φράσεις όπως «εκρήξεις θυμού» και «επιθέσεις άγχους» είναι μεταφορές από έναν γνωστό εξωτερικό χώρο σε έναν εσωτερικό άγνωστο.
Πολλές φορές περιγράφουμε τα συναισθήματα μας σαν υγρά, σκεφτομαστε τον θυμό σαν ένα νερό που βράζει, οπότε το άτομο που βράζει πρέπει να ηρεμίσει, να «σταματήσει να βράζει». Άλλες φορές ο φόβος παρουσιάζεται ως πάγωμα, σαν ένα υγρό που παγώνει, η πηγή του τρόμου προκαλεί πάγωμα των αντιδράσεων με αποτέλεσμα το άτομο να μένει ακίνητο, αδυνατώντας να ενεργήσει, «παγωμένο».

Πέρα από τις παρομοιώσεις υγρών η σκέψη και ο εγκέφαλος παρουσιάζονται σαν ένα σπίτι, αυτό φαίνεται όταν σε κάποιον που διαρκώς ξεχνά πράγματα χτυπάμε το μέτωπο σαν να χτυπάμε μια πόρτα ρωτώντας αν είναι κάποιος μέσα.. Συχνά αναφερόμαστε στην νόηση σαν «το σπίτι του ορθολογισμού», «τα μάτια είναι το παράθυρο της ψυχής», «οι αισθήσεις είναι οι πόρτες της αντίληψης». Ο εντοπισμός της μεταφορικής διαδικασίας δεν είναι εύκολος να παρατηρηθεί καθώς έχει περάσει στην καθομιλουμένη καθαρά λόγο χρόνιας χρήσης και συνήθειας.

Υποστηρίζοντας τα παραπάνω ο Hopkins αναφέρει ότι ένα από τα βασικά συστατικά της ανθρώπινης συμπεριφοράς είναι ότι σε αντίθεση με τα ζώα ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να αναλύσει την σκέψη του αλλά και την σκέψη των άλλων.  Αντιλαμβανόμαστε την συμπεριφορά μας σαν αποτέλεσμα του νευρικού μας συστήματος με την βασική διαφορά ότι δεν έχουμε καμία οπτική επαφή με τον τρόπο τον οποίο γίνεται με αποτέλεσμα να δημιουργείτε αυτόματα η ανάγκη να αναπτύξουμε αναπαραστάσεις τις συμπεριφορές μας στα τυφλά. Ένα παράδειγμα θα μπορούσε να είναι ο πονόδοντος. Η περιοχή του πόνου είναι ορατή από τους άλλους, αλλά η εμπειρία του πόνου είναι μια καθαρά εσωτερική διαδικασία με ιδιωτικά χαρακτηριστικά. Ο πόνος είναι μια εμπειρία που κανείς δεν μπορεί να νιώσει με τον ίδιο τρόπο και αυτό γιατί η εσωτερική του σύσταση δεν μπορεί να βιωθεί όμοια από τον άλλο. Ο Hopkins υποστηρίζει ότι «Η αντικειμενικότητα των αντικειμένων όπως για παράδειγμα ένα τραπέζι, φαίνεται να υπάρχει σε έναν εξωτερικό δημόσιο χώρο με αποτέλεσμα να παρατηρείται από πολλά άτομα. Αυτός είναι ο χώρος που βιώνουμε ότι κατέχουμε αν σκεφτούμε τον εαυτό μας εξωτερικά. Η εσωτερική εμπειρία του τραπεζιού όμως είναι απόλυτα διαφορετική καθώς κατά κάποιο τρόπο το αποκοβουμε από τον δημόσιο χώρο προβάλλοντας το σ έναν ιδιωτικό μοναδικό».

Αν συλλογιστούμε τα παραπάνω μπορούμε να καταλάβουμε τον λόγο που χρησιμοποιούμε εκφράσεις όπως «εκρήξεις θυμού», η παρομοιώσεις των συναισθημάτων σαν υγρά μέσα σε δοχεία. Ένα κοινό παράδειγμα θα μπορούσε να είναι ο τρόπος με τον οποίο αναπαριστούμε την δομή του ατόμου σήμερα, σαν μια σφαίρα που γύρο της περιστρέφονται άλλες μικρότερες, τα νετρόνια και τα πρωτόνια. Μια ανάλογη μεταφορά θα ήταν αδύνατη σε μια παλαιότερη κοινωνία, το παράδειγμα της εικόνας του ατόμου ως σφαίρα πρόεκυψε από την στιγμή που αποκτήσαμε οπτική επαφή με το σύμπαν και τους πλανήτες δορυφόρους σαν σφαίρες που περιστρέφονται γύρο από άλλες σφαίρες. Βλέπουμε λοιπόν ότι χρησιμοποιούμε την μεταφορά για να αναπαραστήσουμε κάτι εσωτερικό, που δεν έχουμε οπτική επαφή. Η μεταφορά στην επιστήμη χρησιμεύει για την αναπαράσταση ενός εσωτερικού αόρατου σ ένα εξωτερικό ορατό.

Μια έρευνα από τους Gentner & Grudin το 1985 ανέλυσε την ιστορία της μεταφοράς στον τομέα της ψυχολογίας. Συγκεκριμένα εντόπισαν τις μεταφορές που χρησιμοποιούνταν σε μια πλειάδα δημοσιεύσεων από το 1894 έως το 1975 εντοπίζοντας σημαντικές αλλαγές στους τομείς των μεταφορικών αναπαραστάσεων. Κατέγραψαν την αφετηρία των θεωριών σαν μεταφορικά σχήματα που αντλούνται από την φύση, στην συνέχεια άλλαξαν σε μεταφορές σχετικά με τον χώρο και τέλος σε μεταφορές που είχαν σαν παράδειγμα τον τρόπο λειτουργιάς των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Κάτι τέτοιο είναι εμφανές αν αναλύσουμε τα βασικά κινήματα στον χώρο της ψυχολογίας. Ξεκινάμε με το θρησκευτικό μεσαιωνικό σύστημα όπου ερμήνευε την ανθρώπινη συμπεριφορά σαν υποχείριο δαιμονικών και αγγελικών δυνάμεων. Υπάρχει το συμπεριφοριστικό σύστημα μεταφοράς που βλέπει τον ανθρώπινο ψυχισμό σαν ένα σύνολο νευρώνων που με την κατάλληλη επιβράβευση η τιμωρία, πράττει ανάλογα, με τον ίδιο τρόπο που το αίτιο δημιουργεί το αποτέλεσμα στα μαθηματικά. Υπάρχει το γνωστικό σύστημα μεταφοράς που βλέπει τον εγκέφαλο σαν ένα λογισμικό που επεξεργάζεται πληροφορίες και ανάλογα με τα γνωσιακά του σχήματα έχει ανάλογες αντιδράσεις. Τέλος υπάρχει το φροϋδικό που βασίζεται στις θεωρίες των εγκεφαλικών βλαβών (Lesions), μια ντετερμινιστική εξήγηση των νευρολογικών παθήσεων (π.χ. Βλάβη στον κροταφιαίο λοβό προκαλεί αλλαγή της συμπεριφοράς και επιληπτικές κρίσεις). Οι εισηγητές της έρευνας υποστήριξαν ότι ιστορικά οι μεταφορές εμφανίζουν μεγαλύτερη συνοχή και ακρίβεια στις περιγραφές αγνώστων φαινομένων.

Αν λοιπόν σκεφτούμε ότι ο τρόπος που νοηματοδοτουμε τις πράξεις μας είναι κατά κύριο λόγο μεταφορικός τότε η καθημερινές μας συναναστροφές είναι κ αυτές μεταφορικές. Το πρόβλημα είναι ότι τις περισσότερες φορές η μεταφορά συνηθίζεται σε τόσο μεγάλο βαθμό που είναι αδύνατο να εντοπίσουμε την πραγματική της σύσταση, η ψυχανάλυση σαν μια τεχνική ερμηνείας της μεταφοράς παρέχει των φιλοσοφικό τρόπο για την ανάλυση και την προώθηση καλύτερων και πιο συγκροτημένων επιστημονικών θεωριών.
   
Η μεταφορά στο πρόβλημα της ύλης και της νόησης
Η ανάλυση της μεταφοράς μπορεί να μεταφερθεί και στο τρόπο με τον οποίο η σύγχρονη νευροψυχολογια και ψυχιατρική αντιλαμβάνεται την συμπεριφορά. Όπως αναλύθηκε παραπάνω η εξελικτική διαδικασία μας έχει διαμορφώσει έτσι ώστε να αντιλαμβανόμαστε την λειτουργία των νευρώνων, την υλική δομή της σκέψης, με τρόπους ανάλογους με αυτούς που ερμηνεύουμε την κίνηση αντικειμένων μέσα σε έναν εξωτερικό χώρο (μετακίνηση ενός επίπλου από ένα χώρο Α σε ένα χώρο Β). Ο βασικός λόγος που καταφεύγουμε στην ανάλογη λειτουργία όπως έδειξα παραπάνω είναι η αδυναμία να αναπαραστήσουμε την εσωτερική λειτουργία των νευρώνων μέσο της όρασης η της αφής.

Για έναν βιολογικά κατευθυνόμενο ερευνητή όλες οι λειτουργιές και συμπεριφορές έχουν νευρολογικό υπόβαθρο και κάτι τέτοιο θεωρείτε μια λογική εξήγηση. Αν επανέλθουμε στο παράδειγμα του πονόδοντου που ανέφερα παραπάνω τότε μπορούμε να πούμε ότι βιώνεται σαν μια νευρολογική διεργασία, κάποιες νευρολογικές λειτουργιές συμβαίνουν με αποτέλεσμα να νιώθουμε πόνο. Στο συγκεκριμένο παράδειγμα η νευρολογική λειτουργία του πονόδοντου είναι ξεκάθαρη και αντικείμενο εμπειρικής νευρολογικής μελέτης. Αν σε ένα φανταστικό σενάριο είχαμε έναν άνθρωπο που δεν είχε νιώσει ποτέ πονόδοντο και του μαθαίναμε την νευρολογική δομή του πονόδοντου θα εξακολουθούσε να αγνοεί πλήρως πια είναι η εμπειρία του πονόδοντου. Η νευρική ιδιότητα του πονόδοντου διαφέρει σε πολύ μεγάλο βαθμό από τον τρόπο με τον οποίο το άτομο βιώνει τον πόνο.

Το ίδιο μπορεί να ισχύει και για μια πλειάδα ψυχιατρικών διαταραχών όπου οι περισσότερες μελέτες τις παρουσιάζουν σαν ιστοπαθολογικες αλλοιώσεις η νευροχημικες ανισορροπίες. Μπορούμε να ισχυριστούμε κάλλιστα ότι η σχιζοφρένεια προκαλείτε από την ατροφική ανάπτυξη των κοιλιών του εγκεφάλου, η την μείωση της εγκεφαλικής μάζας στον κροταφιαίο λοβό και δυσλειτουργία της ντοπαμινης στο μεσολιμβικο σύστημα. Μπορούμε επίσης να ισχυριστούμε ότι η κατάθλιψη προκαλείται από μειωμένη έκκριση μονοαμινων και να στοχεύσουμε στην βιοχημική εξισορρόπηση της με φαρμακευτικά μέσα. Τα παραπάνω είναι σίγουρα ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις που παραμένουν βέβαια στην σφαίρα του νευρολογικού και βιολογικού αίτιου, σε καμία περίπτωση δεν μας δίνουν πληροφορίες για την εμπειρία του ατόμου που έχει σχιζοφρένια η κατάθλιψη, τα νοητικά σχήματα που χρησιμοποιεί και την  σύνδεση του με το σύνολο των διαπροσωπικών σχέσεων.